H Bitter Automobil GmbH ήταν ένας εξευγενισμένος κατασκευαστής αυτοκινήτων, που παρήγαγε πολυτελή sport μοντέλα σε ολιγάριθμες σειρές, αρχικά στη Δυτική Γερμανία και αργότερα στην Αυστρία.

 

Ψυχή της, όπως σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις των μικρών εταιρειών που κάποια στιγμή καταφέρνουν να ξεχωρίσουν, ήταν ο ιδιοκτήτης και ιδρυτής της Erich Bitter. Άνθρωπος με πολυσύνθετο χαρακτήρα και παλιός οδηγός αγώνων, ξεκίνησε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με ό,τι υλικό απέμεινε από την ιταλική Intermeccanica. Στη συνέχεια, για χάρη της εταιρείας του, πέρασε από όλους τους αναγκαίους για τις απαιτούμενες περιστάσεις ρόλους, από εισαγωγέας μέχρι σχεδιαστής. Στο πέρασμα του χρόνου «σπεσιαλιτέ» του αποδείχθηκε η επιτυχημένη διαμόρφωση των μεγάλων sport μοντέλων της Opel σε αυτοκίνητα με ενισχυμένο χαρακτήρα, συμβατό με τα μηνύματα που ήθελε να στείλει η Bitter στα 20 και πλέον χρόνια της παρουσίας της στην Αυτοκίνηση (1971-1992). Στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, μοντέλα με το λογότυπό της της πουλήθηκαν στην Ευρώπη, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Κοινό χαρακτηριστικό της Bitter με τους Ιταλούς ομότιμούς της (ISO Rivolta, De Tomaso και άλλων) ήταν η χρήση ισχυρών κινητήρων με πολλά κυβικά και άλογα, οι οποίοι προέρχονταν από τους «Βig Three» της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Αυτό όμως ισχύει μόνο για το ξεκίνημά της, καθώς στη συνέχεια οι μηχανολογικές επιλογές της είχαν ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

CD Το Opel CD εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1969, στην έκθεση της Φρανκφούρτης. Η ομάδα σχεδίασης τελειοποίησε την αεροδυναμική του μέσω δοκιμών σε σήραγγα, εγχείρημα αρκετά καινοτόμο στα τέλη της δεκαετίας του '60. Το γερμανικό concept ήταν βασισμένο στο πάτωμα του Coupe Diplomat, στο οποίο οφείλει και τo όνομά του, ενώ κάτω από το εμπρός καπό υπήρχε ο V8 κινητήρας της GM. Το μηχανικό σύνολο των 226 ίππων δεν ήταν όμως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του. Εξαιρετικά χαμηλό σε ύψος, είχε ως κυρίαρχο στοιχείο του το «canopy style», όπως ονομαζόταν η υιοθέτηση καλύπτρας ή θόλου που περιλάμβανε σε ένα ενιαίο κομμάτι το παρμπρίζ και τα παράθυρα, με την ταυτόχρονη απουσία κεντρικής κολώνας. Η απρόσκοπτη ροή του ματιού περιμετρικά του αυτοκινήτου ξεκινούσε από το εμπρός κομψό τμήμα με τους pop-up προβολείς και κατέληγε στο τελείωμα της ουράς, που ήταν εμπνευσμένο από ένα σχέδιο του Erhard Schnell για το Opel GT Aero.

To 1971 o David Holls, διευθυντής σχεδιασμού της Opel, ενθάρρυνε τον Erich Bitter να κατασκευάσει το CD. Εκείνος πείστηκε και, ιδρύοντας στο Schwelm της Γερμανίας την Bitter GMBH ειδικά γι αυτό το σκοπό, προχώρησε στο εγχείρημα. Έχοντας στόχο μια ετήσια παραγωγή 200 μονάδων, ανέθεσε την αναγωγή του μοντέλου με την τελική μορφή του στην αμαξοποΐα Baur από τη Στουτγάρδη, ειδικευμένη σε ολιγάριθμες παραγωγές εξαιρετικής ποιότητας. Με τη συνδρομή και των σχεδιαστών της Opel μειώθηκε η ποσότητα του χρωμίου και τροποποιήθηκε το παρμπρίζ, ενώ στο αυτοκίνητο τοποθετήθηκε και ένα μικρό μπροστινό spoiler. To Bitter CD έκανε πρεμιέρα στο Σαλόνι της Φρανκφούρτης το 1973, συγκεντρώνοντας τις ημέρες της έκθεσης 176 παραγγελίες. Δυστυχώς, η κρίση του πετρελαίου ανέτρεψε τα δεδομένα και οι περισσότερες ακυρώθηκαν. Παρά το γεγονός αυτό, η παραγωγή άρχισε στα τέλη του 1973. Ασφαλώς, δεν έφτασε ποτέ το στόχο των 200 αυτοκινήτων ανά έτος, ωστόσο συνεχίστηκε μέχρι το 1979. Το Βitter CD, που το 1974 κόστιζε λίγο κάτω από τα 60.000 μάρκα, αρίθμησε συνολικά 395 μονάδες (6 το 1973, 99 το 1974, 79 το 1975, 73 το 1976, 71 το 1977, 30 το 1978 και 37 το 1979).

SC Το δεύτερο χρονολογικά μοντέλο της Bitter παρουσιάστηκε επίσημα το 1979, αρχικά στην coupe εκδοχή του, που στη συνέχεια αποδείχτηκε και η περισσότερο δημοφιλής. Δύο χρόνια αργότερα, στο Σαλόνι της Φρανκφούρτης, το αυτοκίνητο πλαισιώθηκε με έκδοση convertible. Η γκάμα του ολοκληρώθηκε το 1984, με την εμφάνιση και του sedan αμαξώματος. Το SC, που έμεινε στην παραγωγή για δέκα χρόνια, ήταν βασισμένο στο πάτωμα του Opel Senator. Ο εξωτερικός σχεδιασμός του δανείστηκε πολλά από τα επιτυχημένα στοιχεία των Ferrari «365 GT4», «400i» και «412» που δημιούργησε στα μέσα της δεκαετίας του '70 το studio Pininfarina. Δύο ήταν τα μηχανικά σύνολα, που κίνησαν το μοντέλο ως το 1986, χρονιά λήξης της παραγωγής του: ο τρίλιτρος V6 των 178 ίππων και ο εξακύλινδρος σε σειρά των 3.9 λίτρων, ισχύος 207 ίππων, αμφότεροι της Opel φυσικά. Aπό το 1981 το SC Coupe ήταν διαθέσιμο και με σύστημα τετρακίνησης, εξελιγμένο από τη Ferguson Research, το οποίο προσφερόταν επίσης στο Opel Senator, αλλά και στο «δίδυμο αδελφάκι» του στο Μεγάλο Νησί (Vauxhall Royale). Το 1984 η Bitter ανακοίνωσε στο Auto Show της Νέας Υόρκης τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας με την General Motors, με βάση την οποία η πρωτοεμφανιζόμενη sedan έκδοση του SC θα πουλιόταν στην αγορά των ΗΠΑ μέσω του εμπορικού δικτύου της Buick. Με το στρατήγημα αυτό η GM είχε στη «φαρέτρα» της ένα premium ευρωπαϊκό μοντέλο, με τη συνδρομή του οποίου θα μπορούσε να ξαναπάρει πίσω το μερίδιο που έχασε μέσα στην έδρα της από τη BMW. Όμως, οι ελπίδες της αποδείχτηκαν φρούδες. Ελάχιστοι ήταν οι έμποροι της Buick που ανταποκρίθηκαν θετικά στην κίνηση αυτή, ίσως λιγότεροι από δώδεκα. Η συνολική παραγωγή του Bitter SC αρίθμησε 488 μονάδες (coupe 461, convertible 22, sedan 5).

Τype 3 To τρίτο και τελευταίο ουσιαστικά μοντέλο της Bitter, πριν τις όποιες προσπάθειες αναβίωσής της την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, σχεδιάστηκε από τον Erich Bitter στη Γερμανία. Με διθέσιο ανοιχτό αμάξωμα, βασίστηκε στο πάτωμα του νέου Opel Omega, το οποίο για την περίσταση είχε μικρύνει κατά 35 εκατοστά. Κινητήρας του ήταν ο γνωστός τρίλιτρος V6 της Opel, απόδοσης 174 ίππων. Το 1988, ένα χρόνο μετά την παρουσίασή του, η General Motors σκέφτηκε να το διανείμει στις ΗΠΑ μέσω του εμπορικού δικτύου της Isuzu. Όμως, ο αμερικανικός κολοσσός έκανε πίσω, πριν καν ξεκινήσει η παραγωγή του μοντέλου. Έτσι, το Type 3 περιορίστηκε σε πέντε μόνο πρωτότυπα, την ολοκλήρωση των οποίων είχε αναλάβει η Carrozzeria CECOMP. Τα τέσσερα από αυτά επιβιώνουν ως τις ημέρες μας, ενώ το πρώτο φιλοξενούσε κάτω από το κάλυμμα του κινητήρα του τον 6κύλινδρο σε σειρά των 3.9 λίτρων από το SC.