Από το ελαφρύ MGB, σύμβολο της δεκαετίας του ’70, στο σύγχρονο roadster – τη νεότερη πρόταση της MG, του ιστορικού, πλέον πρώην Βρετανού κατασκευαστή, που έχει ξαναβρεί τον βηματισμό του.
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
Ένα ελαφρύ διθέσιο για νέους ήταν πάντα το όνειρο. Και παραμένει. Στη σύγχρονη εποχή το κατάφεραν η Mazda, η Toyota και η Fiat, ενώ η MG, με το F, άφησε τη δουλειά στη μέση. Ώσπου ήρθε η ολική επαναφορά, με κινεζική παρέμβαση αυτή τη φορά. Ο ιστορικός, άλλοτε Βρετανός κατασκευαστής τύπου Lancia, το 2024 παρουσίασε το Cyberster, ένα αυτοκίνητο που θα μπορούσε άνετα να πρωταγωνιστεί σε ταινία επιστημονικής φαντασίας.
Στην εξελιγμένη του εκδοχή, το δικό «μας» Cyberster αποδίδει 500 ίππους και διαθέτει τετρακίνηση. Είναι ένα βαρύ ηλεκτρικό roadster δύο τόνων, που, αφού βολευτείς στο εσωτερικό του, σε αποζημιώνει πλήρως στην ιδανική διαδρομή, ένα φθινοπωρινό απόγευμα με ανοιξιάτικες θερμοκρασίες. Ήταν οι ημέρες των γενεθλίων του περιοδικού και αρκούσε ένα SMS με τη λέξη «Cyberster» για να μας διατεθεί το προσωπικό αυτοκίνητο του κ. Πολυχρόνη Συγγελίδη – ο δικός του τρόπος να ευχηθεί «να τα εκατοστίσετε» στους 4Τροχούς, που εξακολουθούν να κρατούν τον χαρακτήρα τους.
Η MG, σήμερα, διαθέτει ισχυρά ατού στην Ελλάδα, όπως είναι η θέση της ψηλά στην κατάταξη των πωλήσεων με το MG ZS Max, μια βαριά ιστορία πίσω της και πάνω απ’ όλα τον Όμιλο Συγγελίδη, που παραμένει πιστός στους όρους του after sales, ένα στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τους νεοφερμένους και χτίζει εμπιστοσύνη. Ως ο πρώτος Κινέζος κατασκευαστής που εισήλθε στην ελληνική αγορά, η MG δηλώνει με σιγουριά ότι είναι αξιόπιστη. Και ο πολύπειρος Έλληνας εισαγωγέας δεν πρόκειται να επιτρέψει το αντίθετο, προστατεύοντας και τη δική του ιστορία.

ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ OUT ‒ KINA IN
Από σαράντα κύματα έχει περάσει η MG, ώσπου από τη βρετανική αυτοκρατορία να καταλήξει στην κινεζική του αυτοκινήτου. Μια πορεία που, όσο κι αν ξενίζει τους νοσταλγούς της παλιάς σχολής, εξασφαλίζει προοπτική και προκαλεί τριγμούς στο ευρωπαϊκό και ανατολικό κατεστημένο. Ένα κατεστημένο που, ευτυχώς, αντιστέκεται, προς όφελος του καταναλωτή.
Ο ιδρυτής της MG, Σέσιλ Κίμπερ, χάθηκε πρόωρα, στα 57 του χρόνια, σε ατύχημα στον σταθμό King’s Cross, τον Φεβρουάριο του 1945. Είκοσι χρόνια νωρίτερα είχε ήδη πουλήσει την εταιρεία του στη Morris Organization, η οποία το 1943 μετονομάστηκε σε Nuffield Organization. Το 1952, η MG εντάχθηκε στον όμιλο της British Motor Corporation (BMC), μαζί με τις Austin και Morris.
Το 1972 πέρασε στην British Leyland, σε ένα σχήμα που περιλάμβανε τις Jaguar, Rover και Triumph. Λίγο αργότερα, το 1981, η Leyland μετασχηματίστηκε σε Rover Group, ενώ το 1988 η MG βρέθηκε υπό την British Aerospace και, το 1994, στα χέρια της BMW. Την επόμενη χρονιά εμφανίστηκε το αμφιλεγόμενο MGF, το οποίο επανέφερε το όνομα, αλλά δίχασε το κοινό.
Οι Γερμανοί πούλησαν την επιχείρηση το 2000, δημιουργώντας την MG Rover Group με έδρα το Longbridge του Μπέρμιγχαμ. Ο όμιλος οδηγήθηκε σε πτώχευση το 2005, και στις 7 Απριλίου εκείνης της χρονιάς η παραγωγή σταμάτησε. Τρεις μήνες αργότερα, η Nanjing Automobile Group εξαγόρασε τα δικαιώματα της MG, σχηματίζοντας την NAC MG UK Limited. Το 2007, η εταιρεία πέρασε στα χέρια της SAIC Motor, κάτω από την οποία η MG εξελίσσεται πλέον ως ξεχωριστό τμήμα του κλάδου επιβατικών.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ…
Το δικό μας MGB Roadster, ευγενικά παραχωρημένο από την οικογένεια Αντωνόπουλου για τις ανάγκες του θέματος, ήταν αρκετό για να μας μεταφέρει κατευθείαν σε μια άλλη εποχή. Το πιο αντιπροσωπευτικό MG στην ιστορία της μάρκας ξεκίνησε να παράγεται τον Απρίλιο του 1962 από την BMC, σε εκδόσεις coupe και roadster. Το αμάξωμα που συνεχίζει να γοητεύει φέρει την υπογραφή του Donald Hayter, μιας αυθεντίας της εποχής, ενώ τα πρώτα 500 αυτοκίνητα κατασκευάστηκαν με αριστερό τιμόνι για την αμερικανική αγορά. Το διθέσιο αμάξωμα, με τις καθαρές γραμμές και την απουσία διακοσμητικών στοιχείων, χάριζε στο ΜGB ξεχωριστή προσωπικότητα, τόσο που στην πρώτη έκδοση έλειπαν ακόμη και οι χειρολαβές στις πόρτες. Ο τετρακύλινδρος 1.8 των 95 ίππων έγινε διάσημος μέσα από το εμβληματικό «ΜGB», με τις χαρακτηριστικές ακτινωτές ζάντες και το κεντρικό περικόχλιο. Η πρώτη σειρά παραγωγής ολοκληρώθηκε το 1967, ακολουθούμενη από δύο ακόμη, με μικρές αισθητικές και μηχανικές διαφοροποιήσεις.

Οι αμερικανικοί κανονισμοί ασφαλείας επηρέασαν αρνητικά την εμφάνιση του μοντέλου. Το 1974, οι εκδόσεις για τις ΗΠΑ απέκτησαν ογκώδεις πλαστικούς προφυλακτήρες στη θέση των κομψών χρωμιωμένων, αλλοιώνοντας τη γνωστή «βρετανική» όψη του. Παρά τις αλλαγές, το ΜGB άντεξε στον χρόνο: η παραγωγή στο Abingdon συνεχίστηκε ως το 1980, με πάνω από 500.000 μονάδες συνολικά. Το κόκκινο ΜGB της φωτογράφισης, μοντέλο του 1969, είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που θέλεις -και μπορείς- να χρησιμοποιείς καθημερινά. Μια έντιμη απάντηση σε ένα σύγχρονο MX-5 τρίτης γενιάς, ακόμη και με κινητήρα 1,8 λίτρων. Εξαιρετικά συντηρημένο, σε παρασύρει όχι σε μια αναζήτηση του χθες, αλλά στην απορία για το πώς θα ήταν σήμερα ένα σύγχρονο MGB που θα κρατούσε τα ίδια χαρακτηριστικά.

Είτε το παρατηρείς είτε το οδηγείς, με το μεγάλο τιμόνι στα χέρια, σε ταξιδεύει απευθείας στα χρόνια της νιότης σου. Στην εποχή των Triumph, τότε που κανείς δεν νοιαζόταν για το τι τρίζει ή για το αν λειτουργεί σωστά το infotainment. Εσύ απλώς απολαμβάνεις το αμάξωμα του ενός τόνου, τον 1.8 που ακούγεται όμορφα, τον χαρακτηριστικό επιλογέα και την overdrive σχέση, που ενεργοποιείται με τον διακόπτη στο ταμπλό. Κι αν σήμερα αποφεύγεις την κατηφόρα μη σε παρασύρει το βάρος, εδώ όλα είναι απλά. Είτε ανηφορίζεις προς τον Διόνυσο, είτε κατηφορίζεις στην Πεντέλη, βγαίνει στην επιφάνεια ο πιο τρυφερός εαυτός σου εκείνος που αποκαλύπτεται με ένα χαμόγελο. Ο τρόπος «MGB», απόδειξη της ήρεμης αυτοπεποίθησης του Βρετανού, που αντιμετώπισε με ψυχραιμία και χωρίς συμπλέγματα την πτώση της αυτοκρατορίας του. Και σήμερα, χάρη στους Κινέζους, το πνεύμα του παραμένει ζωντανό.

…ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ
Το αμιγώς ηλεκτρικό MG Cyberster είναι ένα διθέσιο roadster που παρουσιάστηκε με αφορμή τα 100 χρόνια της MG, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της μάρκας και σηματοδοτώντας την επιστροφή της στον κόσμο των αυτοκινήτων επιδόσεων. Το απέριττο στιλ των εξωτερικών επιφανειών του αποτελεί φόρο τιμής στα κλασικά roadster του παρελθόντος, ενώ το μακρύ καπό, το χαμηλό ρύγχος και οι καμπύλες γραμμές συνθέτουν ένα εντυπωσιακό, σχεδόν δραματικό σύνολο. Διακριτικός ο διαχρονικά ευγενής Βρετανός, επιβλητικός ο Κινέζος που ανέλαβε τη συνέχιση του θρύλου με ευθύνη, αλλά και με αγωνία, ώστε η σχεδίαση να εκφράζει τη μηχανική υπεροχή. Μια υπέρβαση, στην εποχή όπου όλα μοιάζουν ίδια.

Σε διαστάσεις, το Cyberster είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από την Porsche 718 Boxster και αισθητά πιο ογκώδες από το Mazda MX-5. Στο εσωτερικό, εντυπωσιάζει το ταμπλό με τρεις οθόνες για τις επιμέρους ενδείξεις, ενώ στην κεντρική κονσόλα υπάρχει ακόμη μία οθόνη για τον χειρισμό του κλιματισμού, μαζί με μια σειρά φυσικών διακοπτών. Το τιμόνι, με ενσωματωμένα paddles, διαθέτει δύο λειτουργίες: το δεξί για την επιλογή προγραμμάτων οδήγησης και το αριστερό για τη ρύθμιση της ανάκτησης ενέργειας σε τρεις βαθμίδες.
Η έκδοση της δοκιμής μας είναι η τετρακίνητη, με δύο ηλεκτροκινητήρες και συνδυαστική ισχύ άνω των 500 ίππων. Η ενέργεια αποθηκεύεται στην μπαταρία των 77 kWh, που τροφοδοτεί το βαρύ, αλλά εντυπωσιακά γρήγορο roadster, το οποίο, ενδεικτικά χρειάζεται 3,2 δλ. για το «0-100» και έχει τελική ταχύτητα 200 χλμ./ώρα.

Για να μπεις στο Cyberster, αρκεί να γλιστρήσεις κάτω από την κάθετα ανοιγόμενη πόρτα του. Κάθεσαι σχετικά ψηλά για τα δεδομένα των roadster, αλλά χαμηλότερα από κάθε ηλεκτρικό hatchback ή SUV. Οδηγώντας οπουδήποτε, επιλέγεις την ανοιχτή οροφή, σαν να είναι η πρώτη φορά που απολαμβάνεις μια ευάερη, ηλεκτρική οδήγηση που δεν θέλεις να αφήσεις να πάει χαμένη. Τα σηκωμένα παράθυρα και ο μικρός ανεμοθραύστης που ενώνει τα δύο roll bar κρατούν τον περισσότερο αέρα έξω από την κόμπακτ καμπίνα, εξασφαλίζοντας εντυπωσιακή ησυχία. Δεν ακούγεται κινητήρας, δεν υπάρχουν θόρυβοι από κιβώτιο ή ανάρτηση, τα ελαστικά δεν στριγκλίζουν και το ηχοσύστημα αποδίδει εξαιρετικά.

Παρά τους 510 ίππους και την τετρακίνηση, το Cyberster σε κρατά μακριά από τον πειρασμό να το πιέσεις, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η αυτονομία, που πέφτει κάτω από τα 300 χλμ. αν κινηθείς σε ρυθμό GT, ας πούμε για τη γνωστή βόλτα στο Σούνιο. Ο δεύτερος, η ανάρτηση, που ανταποκρίνεται όσο χρειάζεται, αλλά όχι παραπάνω. Σε προειδοποιεί πως δεν είναι ώρα για κέφια τύπου Jaguar F-Type σε spider έκδοση, κι έτσι προσαρμόζεσαι, αξιοποιώντας την ακαμψία του αμαξώματος, το άμεσο τιμόνι και τα ανθεκτικά φρένα της Brembo με τις τετραπίστονες δαγκάνες. Η ακαμψία του διθέσιου roadster διαχειρίζεται ιδανικά την ισχύ, ακόμη και στο κλειστό στροφιλίκι, όπου προσπάθησες σκόπιμα να το αιφνιδιάσεις, αλλά το σύνολο παρέμεινε ουδέτερο και προβλέψιμο, παρά το βάρος του.

Επιστρέφοντας, συνειδητοποιείς ότι, όσο περιμένεις την ηλεκτρική Boxster -την απόλυτη ίσως ιεροσυλία-, δεν υπάρχει άλλο ανάλογο roadster. Μόνο θερμικά μοντέλα όπως το Mazda MX-5 ή η BMW Z4 κρατούν ακόμη τη σημαία. Αξιοθαύμαστο, το Cyberster, τόσο ως σύλληψη όσο και ως εκτέλεση. Με σεβασμό στις ρίζες της MG και με τον Κινέζο να δείχνει απροσδόκητη εκτίμηση προς τον ανήμπορο Βρετανό, στέκεται υπεράνω της τιμής του, και ίσως αποκτήσει υπεραξία σε βάθος χρόνου.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
Γοητευτικό τότε το MGB, η πιο γήινη, ανθρώπινη εκδοχή μιας Jaguar E-Type, που δεν έχασε ποτέ τη γοητεία και τις αξίες της. Συναρπαστικό σήμερα το αμιγώς ηλεκτρικό Cyberster, 55 χρόνια μετά, με αμάξωμα που προκαλεί, πίσω φώτα βγαλμένα από άλλο κόσμο και επιδόσεις που επιβεβαιώνουν το θρύλο.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

ΜΑΣ ΑΡΕΣΕ
Που μας εμπιστεύονται, με σεβασμό στην εμπειρία μας και σε ό,τι έχουμε υπηρετήσει.
Η κατάσταση του MGB, που εκφράζει την αγωγή του ιδιοκτήτη και τη βρετανική αξιοπιστία εκείνης της εποχής.
Ότι στη σύγχρονη MG υποστηρίζουν την ιστορία τους με το Cyberster, το οποίο εντυπωσιάζει.
ΘΑ ΘΕΛΑΜΕ
Ένα σύγχρονο roadster, με διαστάσεις και σχεδίαση όπως το MGB, σε βάρος MX-5, με τα μηχανικά μέρη του MG3 Hybrid και το χειροκίνητο κιβώτιο του 1970.
Το plug-in σύστημα του MG HS PHEV σε ένα πιο «σφιχτό» Cyberster, τύπου GTS, που να ταιριάζει με το concept.
ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕ
Ο ουδέτερος αυτός νέος που, ενώ σε προκαλεί, δεν ενθουσιάζεται στην ουσία της τέλειας διαδρομής.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
MGB ROADSTER
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ: Donald Hayfer
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ: 4κύλινδρος σε σειρά
ΚΥΒΙΣΜΟΣ: 1.798 κ.εκ.
ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ x ΔΙΑΔΡΟΜΗ: 80.3 mm x 88.9 mm
ΚΑΡΜΠΥΡΑΤΕΡ: 2 SU
ΙΣΧΥΣ: 95 ίπποι στις 5.400 σ.α.λ.
ΡΟΠΗ: 15 χλγμ. στις 3.000 σ.α.λ.
ΜΕΤΑΔΟΣΗ: στους πίσω τροχούς
ΚΙΒΩΤΙΟ: χειροκίνητο 4 σχέσεων
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 174 χλμ/ώρα
ΜΗΚ. x ΠΛ. x ΥΨ.: 3.931 x 1.521 x 1.256
ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ: 2.311 χλστ.
ΜΕΤΑΤΡΟΧΙΟ ΕΜΠΡΟΣ: 1.240 χλστ.
ΜΕΤΑΤΡΟΧΙΟ ΠΙΣΩ: 1.250 χλστ.
ΒΑΡΟΣ: 920 κιλά
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 1962-1973
ΜΟΝΑΔΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 486.581

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
MG CYBERSTER DUAL MOTOR XPOWER
ΙΣΧΥΣ: 375 kW (510 ίπποι)
ΡΟΠΗ: 725 Nm
ΚΙΝΗΣΗ: Στους τέσσερις τροχούς
KΙΒΩΤΙΟ: Μιας σχέσης
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΕΜΠΡΟΣ: Διπλά ψαλίδια
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΙΣΩ: Πολλαπλών συνδέσμων
ΜΠΑΤΑΡΙΑ: 77 kWh
ΜΗΚ. x ΠΛ. x ΥΨ.: 4.535 x 1.913 × 1.329 χλστ.
ΜΕΤΑΞΟΝΙΟ: 2.690 χλστ.
ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΣΚΕΥΩΝ: 249 λίτρα
ΒΑΡΟΣ: 2.060 κιλά
0-100 ΧΛΜ./ΩΡΑ: 3,2 δλ.
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 200 χλμ./ώρα
ΜΕΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΔΟΚΙΜΗΣ: 22 kWh/100 χλμ.
AYTONOMIA WLTP: 443 χλμ.
ΦΟΡΤΙΣΗ 0-100% (AC): 8 ώρες (11 kW)
ΦΟΡΤΙΣΗ 10-80% (DC): 40 λεπτά (144 kW)
ΤΙΜΗ*: Από 77.000 €







