Οι νίκες, οι ήττες, οι τραγωδίες και τα ευτράπελα πίσω από το success story του κρατιδίου της Κυανής Ακτής που κατάφερε να γίνει κάτι σαν την πρωτεύουσα του μηχανοκίνητου αθλητισμού.
Τις πρώτες ημέρες του πολέμου που ξέσπασε στη Μέση Ανατολή, πολλά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν φωτογραφίες από τον γάμο του Charles Leclerc. Ο οδηγός της Ferrari μαζί με τη σύζυγό του απεικονίζονταν μέσα σε μια κατακόκκινη Testarossa της κλασικής εποχής να βολτάρουν χαμογελαστοί στους δρόμους του Μοnaco. Ίσως αυτή η εικόνα χλιδής να έμοιαζε κάπως παράταιρη στη σκιά μιας σύρραξης που απασχόλησε όλο τον πλανήτη, το μικροσκοπικό κρατίδιο της Νότιας Γαλλίας όμως έχει τους δικούς του κανόνες, οι οποίοι διαμορφώθηκαν από το γεγονός πως οι κάτοικοί του έχουν ένα από τα υψηλότερα εισοδήματα της υφηλίου και το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής στη Γη.

Σε αυτά βέβαια συμβάλλει και το από δεκαετίες ισχύον καθεστώς φορολογικού παραδείσου, που έχει φέρει στο πριγκιπάτο πολυάριθμους αριστοκράτες και μεγαλοαστούς με αβυσσαλέο βάθος πορτοφολιού. Σε κάθε περίπτωση, η περιοχή που ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες ως Μόνοικος είναι ένας τόπος που η τύχη του κρίθηκε από την οικογένεια Grimaldi. Η τελευταία κατέφθασε από τη Γένοβα και εγκαταστάθηκε εκεί πριν από περίπου εννέα αιώνες, καταλαμβάνοντας οριστικά το μέρος το 1297. Φυσικά, από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά• σχεδόν τα πάντα…

Η γενέτειρα των ράλλυ
To 2024, o Μονεγάσκος Charles Leclerc κέρδισε τον αγώνα της πατρίδας του. Η χαρά του για εκείνη τη νίκη ήταν τόσο μεγάλη, που μετά την απονομή και φορώντας ακόμη τη φόρμα του βούτηξε ενθουσιασμένος στα νερά του λιμανιού, λίγα μέτρα μακριά από τα πολυτελή κότερα που το κατακλύζουν τις ημέρες του Grand Prix. Τον μιμήθηκαν κι άλλοι, εξίσου χαρούμενοι, αφού εκείνη η νίκη ήταν η πρώτη Μονεγάσκου οδηγού από το μακρινό 1931, όταν στον αγώνα είχε θριαμβεύσει ο Louis Chiron στο τιμόνι μιας γαλάζιας Bugatti. Ο φημισμένος εκείνος πιλότος, με μεγάλες επιτυχίες παντού στην Ευρώπη, όπως και στο Λε Μαν, ήταν ο υποκινητής της πρώτης στα χρονικά «επανάστασης των οδηγών αγώνων», που έλαβε χώρα στο Ράλλυ Μόντε Κάρλο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50. Τότε, έχοντας διαλύσει τον ανταγωνισμό, πληροφορήθηκε προς το τέλος του αγώνα πως θα τον έχανε εξαιτίας ενός λεωφορείου (!), το οποίο λάμβανε περισσότερους βαθμούς επειδή είχε επιβάτες. Έξαλλος ο Σιρόν πήγε στους διοργανωτές φωνάζοντας: «Δεν είναι δυνατόν να χάνουμε αγώνες επειδή κάποιο αυτοκίνητο με πολύ λιγότερες δυνατότητες έχει, εκτός του συνοδηγού, και επιβάτες. Δεν είναι δυνατόν ο πρωτοπόρος οδηγός να χάνει μια νίκη για την οποία προσπάθησε τόσο, διακινδυνεύοντας ακόμα και τη ζωή του. Βάλτε κανόνες!».

Τις διαμαρτυρίες του επικρότησαν και άλλοι οδηγοί, που αισθάνονταν το ίδιο αδικημένοι. Μέσα στα επόμενα χρόνια, και έως το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60, άλλαξαν τα πάντα: Οι «δεξιοτεχνίες» σταδιακά λιγόστεψαν, ώσπου κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν τελείως, χωρίς στο μεταξύ να επιδρούν στο αποτέλεσμα. Έπειτα, φτάσαμε στην καθιέρωση των «ειδικών διαδρομών», μέσα στις οποίες ξεχωρίζουν οι καλύτεροι και αναδεικνύονται οι πραγματικοί νικητές. Αυτό το καθεστώς ισχύει μέχρι σήμερα.

Τη γλώσσα τους έδωσαν γαλλική
Ο θεσμός των ράλλυ γεννήθηκε στο Μόντε Κάρλο το 1911, όταν έγινε εκεί ο πρώτος αγώνας του είδους, σε πολύ διαφορετική μορφή με μια σειρά δοκιμασιών (trials) και επί της ουσίας με όχι μόνο έναν νικητή. Όλες οι ορολογίες που γνωρίζουμε σήμερα διατυπώθηκαν για πρώτη φορά στα γαλλικά και μερικές επιζούν ακόμη. Παράλληλα, όλες οι μεγάλες αλλαγές εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά εκεί, στα χιονισμένα τοπία των γύρω λόφων και βουνών. Για κάθε οδηγό αγώνων ράλλυ, η νίκη στο Μόντε Κάρλο είναι το «στολίδι» της καριέρας του και το «πρώτο σκαλοπάτι» στην προσπάθειά του να γίνει κάποτε παγκόσμιος πρωταθλητής. Κάθε χρονιά, ο αγώνας στο Μόντε Κάρλο είναι ο εναρκτήριος του WRC, ενώ πολυνίκης του είναι στις ημέρες μας ο Sebastien Ogier, με 10 νίκες. Από το 1998, στα τέλη του Ιανουαρίου και περίπου δύο εβδομάδες μετά τον τερματισμό του σύγχρονού μας αγώνα, διεξάγεται το Ιστορικό Ράλλυ Μόντε Κάρλο. Η αναβίωση των παλαιότερων εποχών συγκεντρώνει κάθε χρόνο 200-300 συμμετοχές και διεξάγεται με τους κανονισμούς της regularity. Στα σχεδόν 30 χρόνια της ύπαρξής του, έχει κριθεί ως η σημαντικότερη διοργάνωση στο είδος της.

Τα δέντρα θυμούνται
Το Grand Prix του Μονακό διεξάγεται σε ετήσια βάση από το 1929, με εξαίρεση την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1949, λόγω του θανάτου του πρίγκιπα Λουί Β΄ και κάποια λίγα χρόνια της δεκαετίας του ’50. Είναι από τους αγώνες που έχτισαν την ίδια την F1 και, παρά την ακαταλληλότητα της αγωνιστικής του διαδρομής για τις προδιαγραφές των ημερών μας, ουδείς αποφασίζει να το βγάλει από το ημερολόγιο, αν και θα το ήθελε. Πρόσφατα, το συμβόλαιό του ανανεώθηκε μέχρι το 2035. Έπειτα, βλέπουμε. Στο μεταξύ, στους δρόμους του έχουν γραφτεί δεκάδες μικρές και μεγάλες ιστορίες, ενώ αναμνήσεις από τις στιγμές του έχουν ακόμα και τα δέντρα. Το 1983, ένα ψηλό δέντρο βοήθησε τον Κeke Rosberg να κάνει μια θαυμάσια εκκίνηση στο βρεγμένο οδόστρωμα με το μονοθέσιο της Williams, καθώς η άσφαλτος παρέμενε στεγνή κάτω από τη φυλλωσιά του κι έτσι δεν χάθηκε χρόνος την κρίσιμη στιγμή – και κάπως έτσι, ένα δέντρο οδήγησε τον Κέκε στη νίκη. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένα άλλο δέντρο χρησίμευσε ως «κρησφύγετο» για τον Frank Williams, ιδιοκτήτη της ομώνυμης ομάδας, στα χρόνια που χωρίς ακόμη επιτυχίες πάλευε να επιβιώσει οικονομικά. Ο οδηγός που τον έψαχνε για να πληρωθεί δεν τον βρήκε, καθώς ο Frank έμεινε πάνω στο δέντρο καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα…

Οι μεγαλύτερες στιγμές
Οι αναμνήσεις από το Grand Prix του Μοnaco δεν έχουν τελειωμό, καθώς είναι το αρχαιότερο από τους σημερινούς αγώνες. Από τις πιο χαρακτηριστικές είναι η καταδίωξη του Ayrton Senna (McLaren) από τον Nigel Mansell (Williams) στους τελευταίους γύρους του αγώνα το 1992. Όσο κι αν προσπάθησε ο Βρετανός, δεν προσπέρασε ποτέ τον πολυνίκη του αγώνα Βραζιλιάνο, όποια μέθοδο και αν χρησιμοποίησε. Η πιο διασκεδαστική ανάμνηση μας πηγαίνει στο 1982, σε μια μάχη γεμάτη απρόοπτες εγκαταλείψεις λόγω της βροχής που ξέσπασε μετά τα μισά της αναμέτρησης. Όταν εγκατέλειψε και ο Αlain Prost, η νίκη κατέληξε στην Brabham του Ricardo Patrese, που βγήκε από το μονοθέσιο μάλλον μη γνωρίζοντας πως είχε κερδίσει. Η έκφρασή του και οι χειρονομίες του («νίκησα, ρε παιδιά;»), όταν το συνειδητοποίησε, έμειναν στην ιστορία.

Το 1937, στο πριγκιπάτο έγινε και η «μητέρα των μονομαχιών» στα χρονικά του αγώνα, όταν οι δύο θηριώδεις Μercedes, που οδηγούσαν οι Ρούντολφ Καρατσιόλα και Μάνφρεντ φον Μπράουχιτς, πήγαιναν σχεδόν ρόδα με ρόδα στη μεγαλύτερη διάρκεια του αγώνα. Το τέλος του αγώνα βρήκε νικητή τον δεύτερο.

Το σικέιν του λιμανιού
Μετά την εντυπωσιακή έξοδο από το τούνελ, χάρμα οφθαλμών στην τηλεοπτική μετάδοση, ακολουθεί το σικέιν του λιμανιού. Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο σημείο, που έχει κοστίσει τη ζωή του ταλαντούχου Ιταλού πιλότου Lorenzo Bandini στον αγώνα του 1967, στα 97 χρόνια διεξαγωγής του, πρόκειται για τον μόνο θάνατο που σημειώθηκε σε Grand Prix στο πριγκιπάτο. (Την ίδια μοίρα είχε και ο Luigi Fagioli το 1952 χάνοντας τον έλεγχο μέσα στο τούνελ, αλλά σε αγώνα σπορ αυτοκινήτων.) Ακόμα δύο οδηγοί, ο Alberto Ascari το 1955 και ο Paul Hawkins το 1965, έπεσαν στη θάλασσα στο ίδιο σικέιν, χωρίς ωστόσο να πάθουν κάτι. Όμως, κατά τραγική ειρωνεία, και μία εβδομάδα μετά το περιστατικό στα νερά του λιμανιού, ο Ascari σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια δοκιμών στη Μonza της Ιταλίας και ο Hawkins τον Μάιο του 1969 σε αγώνα στην Αγγλία.

Κάνοντας ταμείο
Ξεκινάμε με τα αυτονόητα, δηλαδή την τεράστια αύξηση του τζίρου των τοπικών επιχειρήσεων (ξενοδοχεία, εστιατόρια) τις ημέρες των τριών μεγάλων διοργανώσεων. Συνεχίζοντας, τα ακριβή έσοδα από το Ράλλυ του Μόντε Κάρλο δεν ανακοινώνονται. Ωστόσο, εκτιμάται ότι πρόκειται για ένα πολύ σεβαστό ποσό. Οι θεατές μπορούν να παρακολουθήσουν ελεύθερα το θέαμα στις ειδικές διαδρομές, όμως υπάρχουν και ειδικές ζώνες (Gold & Silver) με εισιτήριο που το 2026 έφτασε μέχρι και τα 150 ευρώ. Στοιχεία δεν παρέχονται ούτε για το Ιστορικό Ράλλυ Μόντε Κάρλο, στο οποίο το κόστος συμμετοχής, διαμονής και εστίασης για ένα πλήρωμα ιδιωτών υπολογίζεται στα 10.000 ευρώ. Στον αντίποδα, δημοσιεύονται πολλά δεδομένα για τα έσοδα από το Grand Prix της F1, που αποτελούν τη μερίδα του λέοντος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της περιόδου 2021-2025, το πριγκιπάτο αποκομίζει κάθε χρόνο από το αγωνιστικό τριήμερο της F1 περίπου 110 εκατ. ευρώ. Στις τρεις αυτές ημέρες οι τιμές στα ξενοδοχεία αυξάνονται μέχρι και 450%. Μόνο οι πωλήσεις εισιτηρίων και η ενοικίαση μπαλκονιών-ταρατσών ξεπερνούν τα 20 εκατ. ευρώ, ενώ αν θέλεις να δέσεις το μέγκα-γιοτ σου στο λιμάνι, θα σου κοστίσει περισσότερα από 160.000 ευρώ. Μέχρι προσφάτως, το Grand Prix του Μοnaco δεν πλήρωνε σχεδόν καθόλου τέλη διοργάνωσης, λόγω ιστορικότητας, κρατώντας το 100% των εσόδων του τριημέρου. Ωστόσο, οι διοικούντες την F1 σήμερα επιδιώκουν υψηλότερα ανταποδοτικά τέλη.

Πηγή: Kathimerini.gr






