Η σύντομη συμβίωσή μας στην Ιταλία το 2005 με τη θρυλική Lamborghini Miura SV, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να στοιχειώνει τα αυτοκινητικά μας όνειρα…

(Το άρθρο που ακολουθεί με τίτλο «Από τη Miura στην Gallardo» δημοσιεύτηκε στο επετειακό τεύχος των 35 χρόνων του περιοδικού).

Το «νοικιάρικο» C-Max πασχίζει να βγει από την πρωινή κυκλοφοριακή κίνηση του περιφερειακού του Μιλάνο. Και εμείς, με το Μ.Σ. να ψάχνει ήδη για εξόδους και εθνικές οδούς πίσω από το τιμόνι του και τον Ν.Μ. στο πίσω κάθισμα του «πολυμορφικού» να ετοιμάζει τα «όπλα» του, τιθασεύουμε την αγωνία που μας κυριεύει προσπαθώντας –όσο γίνεται- να βάλουμε σε τάξη σκέψεις και συναισθήματα… Άλλωστε, δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις την ευκαιρία όχι μόνο να δεις, να αισθανθείς, να ακούσεις και να αγγίξεις από κοντά το τετράτροχο παρόν και παρελθόν μιας μυθικής εταιρείας, αλλά και να το γευτείς… Και μάλιστα ιδανικά, αφού στις εγκαταστάσεις της Lamborghini, στο μικρό και φημισμένο πλέον χωριό Σαντ’ Άγκατα, λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από τη μικρή πόλη της Μόντενα, το πρωινό εκείνο μας περιμένουν υπομονετικά όχι ένας, αλλά δύο «μαινόμενοι» ταύροι της ιταλικής εταιρείας: η ονειρική Miura στην έκδοση SV, ένα αυτοκίνητο-ζωντανός θρύλος, αλλά και μια μπορντό Gallardo.

Με άλλα λόγια, το ένδοξο «χθες» σε συνδυασμό με το πολλά υποσχόμενο «σήμερα» μιας μικρής, αλλά θαυματουργής, όπως αποδεικνύεται, «φάμπρικας», που, παρά τα προβλήματα που πέρασε κατά καιρούς, με τις μοναδικές της δημιουργίες και το όραμα του ιδρυτή της, έγραψε και γράφει τη δική της, μαγική ιστορία στο χώρο της αυτοκίνησης. Ας ταξιδέψουμε για λίγο, λοιπόν, στο χρόνο και ας πάρουμε, με την ευκαιρία αυτή, μια μικρή γεύση από δύο σπάνιες όσο και διαφορετικές κατασκευές. Δύο κατασκευές που τις ενώνουν τόσα πολλά, παρότι τις χωρίζουν περισσότερες από τρεις δεκαετίας…

Άλλοτε…

«Χαμηλή», ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, επιθετική, απ’ όποια γωνιά κι αν την αντικρίσεις, με μεγάλα πίσω φτερά και μακρύ ρύγχος, που φαντάζει να σμιλεύτηκε στο χέρι και όχι σε τυποποιημένα βιομηχανικά «καλούπια», η Miura παραδίδει δωρεάν μαθήματα σχεδίασης σε νεότερους και μη. Σε βαθμό, μάλιστα, που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα αποθέματα έμπνευσης των σύγχρονων σχεδιαστών… Σίγουρα, δεν είναι οι λεπτομέρειες πάνω της που σε κερδίζουν, που σε κάνουν να μένεις με το στόμα ανοιχτό, αλλά το όλο σχήμα της, η επιθετική της σιλουέτα, που, χωρίς να φλυαρεί με ακραίες επιλογές, προκαλεί θαυμασμό και δέος. Σεβασμό, πάνω απ’ όλα, σε κάτι τόσο μοναδικό…

Μοναδικό είναι, βέβαια, και το εσωτερικό της. Και όχι μόνο. Καθετί εδώ σου μεταφέρεται και σου παρουσιάζεται αυτούσιο, αναλλοίωτο, σχεδόν ωμό. Πάρτε για παράδειγμα την εικόνα και το δέος που σου προκαλεί η θέα του μοχλού αλλαγής των σχέσεων, με τις χαρακτηριστικές μεταλλικές θυρίδες, που αποδεικνύεται απρόσμενα (;) σφικτός, αλλά και ακριβής, απαιτώντας ανά πάσα στιγμή… ζεστές της βαλβολίνες του 5τάχυτου κιβωτίου, προκειμένου να δεχθεί αδιαμαρτύρητα τις σίγουρες και αποφασιστικές εντολές του δεξιού σου χεριού, το οποίο σφίγγει σφίγγει και ιδρώνει σχεδόν σε κάθε αλλαγή. Από εκεί και πέρα, το δικό του, καθοριστικό ρόλο, για να μπεις στο κλίμα και να αντιληφθείς –όσο μπορείς- το «ποιον» της διαφορετικής αυτής κατασκευής που πρόκειται να οδηγήσεις, παίζει και ο βαρύς και «αντρικός» σε όλο του συμπλέκτης, που, όπως διαπιστώσαμε στη συνέχεια, κάνει το αριστερό σου πόδι να τρέμει αρχικά και να μουδιάζει στη συνέχεια, όχι μόνο σε κάθε εκκίνηση από στάση, αλλά και σε κάθε αλλαγή ταχύτητας. Στο ίδιο, διεγερτικό μήκος κύματος, όμως, βρίσκεται και οτιδήποτε άλλο φτάνει στα οπτικά σου κύτταρα, από τη στιγμή που θα βρεθείς στο εσωτερικό της. Αρχής γενομένης, βέβαια, από το λιτό και διόλου απαρχαιωμένο σε αισθητική σκουρόχρωμο διάκοσμο, τα αναρίθμητα βοηθητικά όργανα στην κονσόλα (σ.σ. εκτός από τις απαραίτητες, για την εποχή, ενδείξεις για την μπαταρία, την πίεση και τη θερμοκρασία λαδιού, υπάρχει και αναλογικό ρολόι) και, βέβαια, το ταχύμετρο, που με την ένδειξη «320», κυριολεκτικά βγάζει μάτι. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, για τη συνέχεια φροντίζουν τόσο το στροφόμετρο, που δεσπόζει σε περίοπτη θέση στο κέντρο και καταλήγει στην τιμή «100» (σ.σ.: χαρακτηριστική είναι η απουσία κόκκινη ή, έστω, κίτρινης περιοχής!) όσο και το «σπαρτιάτικο» τιμόνι με τις τρεις ακτίνες, που, από την πρώτη ματιά, σε ελκύει, προκαλώντας το να το αγγίξεις.

Όσο για τη θέση οδήγησης, καλό είναι ξεχάσετε λέξεις και έννοιες, όπως «εργονομία» και «άνεση»… Για τους «μαέστρους» της εποχή εκείνης, βλέπετε, δεν αρκούσε παρά ένα υποτυπώδες, μονοκόμματο, μάλιστα, κάθισμα (δερμάτινο, παρακαλώ!), με ρύθμιση μόνο κατά το διαμήκη άξονα, τρία ποδωστήρια-«παντόφλες» κι ένα μικρό σε μέγεθος βολάν τοποθετημένο… κάπου εμπρός!

Στα πέριξ της Σαντ’Άγκατα

Κάτι αντίστοιχα πρωτόγνωρο για τα σύγχρονα δεδομένα σού αποκαλύπτεται και όταν αποφασίσεις να γυρίσεις το μαγικό κλειδί της ευτυχίας. Ο «Mr Lamborghini», όπως αποκαλούν τον Βαλεντίνο Μπαλμπόνι, τον αρχαιότερο δοκιμαστή της ιταλικής εταιρείας και προσωπικό φίλο του ιδρυτή της, που βρίσκεται παραπλεύρως, μας δίνει το στίγμα: «Πάτα δύο, τρεις φορές το γκάζι και γύρνα το κλειδί μετά. Κράτα το για μερικά δευτερόλεπτα και, συγχρόνως, πάτα ελάχιστα, αλλά σταθερά το γκάζι!». Πράγματι, αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος να θέσεις σε ζωή το «θηρίο» που βρίσκεται στο κέντρο του αμαξώματος, μόλις ελάχιστα εκατοστά πίσω από την πλάτη σου. Βλέπετε, ο συγκεκριμένος V12 δε διαθέτει τα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου, τον εξελιγμένο ψεκασμό και του «εγκεφάλους» του αντίστοιχου 12κύλινδου της Murcielago, αλλά διψασμένα καρμπιρατέρ και αφηνιασμένα «ζιγκλέρ»…

Για το λόγο αυτό, χρειάζεται μερικές «γκαζιές», αρχικά, ώστε να πλημμυρίσουν με βενζίνη τα τέσσερα Weber, και, για τη συνέχεια, ένα αποφασιστικό και επίμονο γύρισμα της μίζας, που θα βάλει μεμιας «φωτιά» στα πιστόνια και τους θαλάμους καύσης του. Άλλα κόλπα!

Από τα πρώτα, πάντως, ράθυμα χιλιόμετρα, μόλις λίγα μέτρα έξω από το εργοστάσιο-εργαστήριο της ιταλική εταιρείας στη Σαντ’Άγκατα, ο μελωδικός ήχος των καρμπιρατέρ της Miura συνεπαίρνει αμέσως τόσο τα αυτιά όσο και τις αισθήσεις σου, «γεμίζοντας» σε κάθε πάτημα του δεξιού πεντάλ κάθε κυβικό εκατοστό του λιτού κόκπιτ. Στακάτος, «αγνός» και με άφθονο μπάσο από χαμηλά, ο εκκωφαντικός κοντά στις 7.000 σ.α.λ. V12 δε σε αφήνει ούτε στιγμή να ησυχάσεις, ούτε στιγμή να συνειδητοποιήσεις ακριβώς «σε ποιον πλανήτη» βρίσκεσαι. Μόνο να αισθανθείς… και να ερωτευτείς, φυσικά! Πολύ περισσότερο, δε σου αφήνει περιθώρια για συζητήσεις με τον καθ’ όλα συμπαθή και λαλίστατο συνεπιβάτη σου, αφού η διαπεραστική του χροιά, κυριολεκτικά, σκεπάζει τα πάντα. Τα λόγια, τους αεροδυναμικούς θορύβους, την ζέστη από τον κινητήρα που περνά ατόφια στο εσωτερικό… Τα πάντα… Παιχνίδι αισθήσεων, λοιπόν, από την καθαρόαιμα αγωνιστική καρδιά της Miura, αλλά και ουσίας, θα προσθέσουμε εμείς, αφού οι 385 ίπποι και τα 40+ χλγμ. Ροπής του εγκάρσια τοποθετημένου 4λιτρου κινητήρα της «καλής» έκδοσης SV με τους 2+2 ΕΕΚ και την 24βάλβιδη κεφαλή, κυριολεκτικά, εκτοξεύουν το 2θεσιο γλυπτό της Lamborghini με ρυθμούς που θα ζήλευαν πολλά σύγχρονα super car. Στην πραγματικότητα, μετά την πρώτη, αναγνωριστική βόλτα, αυτό που σε απασχολεί και σου… τριβελίζει το μυαλό δεν είναι το «τι» μπορεί να κάνει η κατακίτρινη, για την περίσταση, αυτή βολίδα σε επίπεδο χρόνων και επιδόσεων, ούτε καν τα 300 χλμ./ώρα της τελικής ταχύτητας και τα 6+ δλ. που χρειάζονται έως τα πρώτα 100 χλμ./ώρα (σ.σ.: όχι, δεν της βάλαμε Vbox, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον ιεροσυλία για έναν ζωντανό θρύλο της αυτοκίνησης και μια μοναδική και σπάνια κατασκευή), αλλά το «πώς» το επιτυγχάνει.