Liberty Media: Τι άλλαξε, τι πέτυχε, τι έχασε

Η Liberty Media ανέλαβε τις τύχες της Formula 1 στις αρχές του 2017, και έκτοτε έχει πετύχει πολλά, έχει αλλάξει άλλα τόσα, αλλά έχει σημειώσει και απώλειες που κάνουν μερικούς να μιλούν για «αποτυχημένη διοίκηση». Η αλήθεια, όμως, διαφέρει, και δεν εντοπίζεται μόνο στα απτά νούμερα.

Η Formula 1 δεν ήταν πάντα ένα σπορ με την παγκόσμια απήχηση που διαθέτει σήμερα. Στις πρώτες δεκαετίες της ύπαρξής της, οι μόνοι αγώνες που μεταδίδονταν από την τηλεόραση ήταν οι πιο δημοφιλείς και ιστορικοί, όπως αυτός της Μ. Βρετανίας ή του Μονακό, και εννοείται πως το ενδιαφέρον του γενικού κοινού ήταν ελάχιστο.

Όταν το 1976, στο Fuji, το σπορ γνώρισε για πρώτη φορά την παγκόσμια προβολή, με την μετάδοση του αγώνα σε όλο τον πλανήτη από την ιαπωνική τηλεόραση, κάτι άλλαξε ριζικά. Η F1 δεν θα ήταν πια ένα άθλημα για λίγους, αλλά θα λάμβανε σιγά-σιγά τον διεθνή χαρακτήρα που έχει πλέον.

Καταλυτικής σημασίας ρόλο σε αυτή τη διεθνοποίηση διαδραμάτισε ο Bernie Ecclestone, που στην αυγή της δεκαετίας του ’80 άρπαξε την ευκαιρία και ανέλαβε να οδηγήσει την F1 σε μία συνεχή άνοδο εμπορικά, οικονομικά και διαφημιστικά. Οι οδηγοί έγιναν ήρωες στα μάτια εκατομμυρίων παιδιών, οι θρύλοι τους μεγάλωσαν, η δράση από τις πίστες έμπαινε στα σπίτια κάθε οικογένειας με τηλεόραση (και ένα τηλεοπτικό δίκτυο για να καλύπτει τον αγώνα), με αποτέλεσμα το σπορ να εξελιχθεί σημαντικά, να περάσει στην επόμενη φάση του.

Ο κορεσμός όμως είχε επέλθει τα τελευταία χρόνια, και η διοίκηση Ecclestone έχαιρε της εκτίμησης μόνο ορισμένων ομάδων και ορισμένων ανθρώπων εντός του οργανισμού. Κανείς δεν παραγνώριζε όσα πέτυχε ο δαιμόνιος επιχειρηματίας επί των ημερών του, αλλά οι περισσότεροι ήθελαν να επέλθει μία αλλαγή.

Όπερ κι εγένετο, όταν η αμερικανική Liberty Media εξαγόρασε τη FOM (Formula One Management) από τη CVC έναντι 6,8 δις ευρώ. Ο Ecclestone παρήλθε, ο Chase Careyανέλαβε στη θέση του, και μαζί με τον Sean Bratches (ως επικεφαλής διαφημιστικού τομέα) και τον Ross Brawn (ως επικεφαλής αγωνιστικών δραστηριοτήτων), η γραμμή ήταν μία και σαφής: εκσυγχρονισμός σε κάθε επίπεδο.

Η πάγια άρνηση της διοίκησης Ecclestone να κάνει το άνοιγμα στο Internet και τα social media ήταν κάτι που εμπόδιζε την F1 από το να εξελιχθεί περαιτέρω, να βελτιώσει την εικόνα σε έναν κόσμο που ψηφιοποιείται συνεχώς και πολύ γρήγορα, αλλά και να προσελκύσει νέο ηλικιακά κοινό. Αυτό έγινε ξεκάθαρο πως θα άλλαξε με τη Liberty στα ηνία, και η διαδικτυακή εικόνα του σπορ μεταστράφηκε προς το καλύτερο άμεσα και επιτυχώς. Από τα βίντεο που ανεβαίνουν με αφορμή κάθε Grand Prix ή ιστορικό γεγονός, το βελτιωμένο UI του επίσημου site και της εφαρμογής του θεσμού, ως τα ειδικά αφιερώματα και τις αναλύσεις που μπορεί να βρει κανείς από έμπειρους συντάκτες, η συνολική ψηφιακή εμπειρία γύρω από την F1 είναι υψηλού επιπέδου, εφάμιλλη έτερων διοργανώσεων που πρωτοστατούν σε αυτόν τον τομέα, όπως είναι το NBA. Εξαιτίας αυτών των κινήσεων, η Formula 1 έγινε το πλέον αναπτυσσόμενο σπορ στα social media για το 2017, ενώ γνώρισε αύξηση της τάξης του 6,2% σε συνολικό κοινό (τηλεοπτικό και ψηφιακό).

Ακόμα και η διεξαγωγή ενός esports πρωταθλήματος με βάση το επίσημο video game της F1 έμοιαζε κάτι αδιανόητο μέχρι το 2016, την ώρα που σε όλα τα άλλα δημοφιλή σπορ, ήταν κάτι το –σχεδόν- δεδομένο.

Ωστόσο, αυτές οι καίριες αλλαγές εξυπηρετούν το κοινό που παρακολουθεί τον αγώνα από το σπίτι του, και θέλει να ενημερώνεται (ή ακόμα και τους φανατικούς gamers). Οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που επισκέπτονται τις πίστες οφείλουν να έχουν με τη σειρά τους μία πιο ολοκληρωμένη εμπειρία, κι αυτό οι Αμερικανοί το αναγνώρισαν άμεσα. Τα δρώμενα γύρω από κάθε Grand Prix αυξήθηκαν, εμπλουτίστηκαν, έφτασαν τα επίπεδα που θα έπρεπε να έχουν για τα δεδομένα της εποχής (συναυλίες, live shows με τους οδηγούς on stage, ειδικές εκδηλώσεις), κάνοντας το εκάστοτε σιρκουί όχι απλώς τον χώρο διεξαγωγής του αγώνα, αλλά και το μέρος που κάθε φίλαθλος της F1 θα θέλει να περάσει χρόνο και να διασκεδάσει, πριν και μετά από την δράση εντός πίστας.

Επιπλέον, η θέληση της Liberty να θεσπίσει ένα όριο στους προϋπολογισμούς των ομάδων (το λεγόμενο budget cap) είναι κάτι που –δυνητικά- μπορεί να οδηγήσει σε μία κάποια εξισορρόπηση δυνάμεων στο grid, βάζοντας ένα «φρένο» στα έξοδα των ισχυρών ομάδων, και διευκολύνοντας τις μικρότερες να βρουν τους απαραίτητους πόρους και να βελτιώσουν την αγωνιστική τους εικόνα. Οι αντιδράσεις από τη Ferrari, τη Mercedes και τη Red Bull είναι έντονες, αλλά οι Αμερικανοί είναι αποφασισμένοι να δώσουν ένα τέλος στην «ασυδοσία», που πολλοί πιστώνουν στην εποχή Ecclestone και στην τάση του να ευνοεί τους δυνατούς και –κατά συνέπεια- πιο δημοφιλείς.

Έπειτα, το τεχνικό κομμάτι ήταν κάτι που προβλημάτισε εξ αρχής τους νέους διοικούντες, και για αυτό όρισαν τον Ross Brawn, έναν άνθρωπο με τρομερές επιτυχίες στο σπορ, ως επικεφαλής αγωνιστικών δραστηριοτήτων, με στόχο την τεχνολογική εξέλιξη των μονοθέσιων και την βελτίωση του θεάματος. Η δουλειά ξεκίνησε γρήγορα για το 2018, το 2019, και το 2021, αφού και για τις τρεις χρονιές δρομολογήθηκαν εξ αρχής σημαντικές αλλαγές. Το halo έγινε υποχρεωτικό για φέτος, οι νέες αεροτομές για τη νέα σεζόν έρχονται προς αύξηση των προσπεράσεων, και για το 2021, η Liberty μαζί με τη FIA εξέδωσαν το πρώτο πλάνο για τα χαρακτηριστικά των υβριδικών κινητήρων νέας γενιάς.

Εδώ ίσως να εντοπίζεται και το πρώτο σημαντικό ατόπημα της Liberty Media σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του αθλήματος. Ενώ οι Αμερικανοί είναι σπεσιαλίστες στην προβολή και την διαφήμιση, το καθαρά τεχνικό κομμάτι θα αποτελεί πάντα ένα βραχνά για κάθε διοίκηση, ανεξαρτήτως προθέσεων. Και αυτό γιατί, όπως αποδείχθηκε, μόνο ως ευσεβής πόθος μπορεί να ειδωθεί η πρόβλεψη του Ross Brawn και του Jean Todt ότι το 2021 θα υπάρξουν νέοι κινητήρες, και κατά συνέπεια θα εμπλακούν στο σπορ νέοι κατασκευαστές. Η θεωρία από την πράξη απέχουν παρασάγγας, και αυτό έγινε αντιληπτό φέτος, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Brawn να ανακοινώνει εμμέσως πλην σαφώς πως το 2021 δεν θα είναι τόσο κομβικής σημασίας όσο αναμενόταν. Δεν καταστρέφεται το σπορ έτσι, αλλά σίγουρα στη Liberty στόχευσαν σε κάτι πολύ ανώτερο, πολύ πιο δύσκολο από αυτό που θα μπορούσαν ρεαλιστικά να πετύχουν.

Κι αν κάποιος δεν μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό το ατόπημα, δεν ήταν λίγοι αυτοί που θα μιλήσουν για «κακοδιαχείριση» του αθλήματος, όταν δουν τα οικονομικά στοιχεία του θεσμού. Σύμφωνα με κείμενο του Forbes, τα έσοδα της FOM έπεσαν κατά 26,4 εκ. ευρώ σε σχέση με την τελευταία χρονιά διοίκησης Ecclestone (2016), αφού τα έξοδα ανέβηκαν για την διαδικτυακή προώθηση του αθλήματος (αγορά εξοπλισμού, πρόσληψη προσωπικού), ενώ καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η αυξημένη προώθηση ορισμένων αγώνων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Γαλλικό GP, που επανήλθε στο άθλημα μετά από 10 χρόνια και διαφημίστηκε όσο κανένα άλλο.

Στην ουσία, όμως, η Liberty έχει αναβαθμίσει σε κάθε επίπεδο την F1. Έπραξε τα αυτονόητα σε πολλές περιπτώσεις, αλλά το έκανε με τον σωστό τρόπο, ενισχύοντας το προφίλ της, αυξάνοντας την απήχησή της και βάζοντας ως κεντρικό της άξονα την αύξηση του ανταγωνισμού και του θεάματος. Η κερδοφορία είναι κάτι που έρχεται μετά από δαπάνες, και οι Αμερικανοί το γνωρίζουν. Δεν κερδίζεις, αν δεν ξοδέψεις. Τουλάχιστον, αυτοί το κάνουν λελογισμένα._Δ.Μ.

Τιμές - Τεχνικά

 

Κατηγορία άρθρου