Όχι μόνο σερβιτόροι

Μια διαφορετική εικόνα της χώρας, που καταρρίπτει την άποψη πως το μέλλον μας είναι αποκλειστικά συνδεδεμένο με τον τουρισμό.

Τι καταναλώνει στην πραγματικότητα ένα αυτοκίνητο και, κατ' επέκταση, πόσο επιβαρύνει το περιβάλλον, εν συγκρίσει με τις θεωρητικές τιμές των επίσημων μετρήσεων; Στο καίριο αυτό ερώτημα μια εμπεριστατωμένη απάντηση μάς έδωσε η σχετική μελέτη του ΑΠΘ, που δημοσιεύσαμε στο περιοδικό. Για τις μετρήσεις ακολουθήθηκε συγκεκριμένη διαδικασία και χρησιμοποιήθηκε ειδικός εξοπλισμός, με τον οποίο πλέον και η αυτοκινητοβιομηχανία θα πραγματοποιεί τις μετρήσεις σε πραγματικές συνθήκες (RDE) για την έγκριση τύπου των νέων μοντέλων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργαζόμαστε με το Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Θερμοδυναμικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πάνω σε θέματα ρύπων και κατανάλωσης, καθώς διαθέτει μια ερευνητική ομάδα η οποία συμμετέχει στην ανάπτυξη της σχετικής νομοθεσίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Να λοιπόν που η Ελλάδα, παρόλο που έχασε το τρένο της βιομηχανικής ανάπτυξης, εντούτοις στο κομμάτι της έρευνας παραμένει δραστήρια.

Διαβάσαμε στην Καθημερινή άρθρο του κ. Γιάννη Ιωαννίδη, προέδρου του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά» και καθηγητή του Τμήματος Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ, που μεταξύ άλλων αναφέρει πως «η χώρα μας αποτελεί μία από τις λίγες εξαιρέσεις όπου, παρά το μέγεθός της, υπάρχει εκτενής και εξαιρετικού επιπέδου ερευνητική δραστηριότητα (σχεδόν) σε όλους τους κλάδους της επιστήμης και της τεχνολογίας. Πρόκειται για δραστηριότητα με σημαντικά αποτελέσματα που είναι ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο. Γίνονται δεκτά πολύ θετικά από την παγκόσμια ερευνητική κοινότητα και δημοσιεύονται στα πιο σημαντικά ερευνητικά περιοδικά και συνέδρια».

Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, εύλογο είναι να αναρωτηθεί κανείς πώς συνέβη αυτό, γιατί σίγουρα δεν αποτελεί προϊόν σχεδιασμού... Το πιθανότερο είναι πως αποτελεί μια ευπρόσδεκτη παρενέργεια της στρέβλωσης που προκύπτει από το γεγονός πως όλες οι ελληνικές οικογένειες θέλουν τα παιδιά τους επιστήμονες.

Καθώς, μάλιστα, η τεχνική εκπαίδευση θεωρείται δεύτερης κατηγορίας επαγγελματικός προσανατολισμός, ακόμα και οι λιγοστές μας βιομηχανίες δυσκολεύονται να βρουν εξειδικευμένο προσωπικό. «Έχουμε προσλάβει δημοσιογράφους, τραγουδιστές, ακόμα και πρώην ποδοσφαιριστές», μας έλεγε ο υπεύθυνος ενός εργοστασίου υψηλής τεχνολογίας που επισκεφθήκαμε πρόσφατα.

Η σύνδεση εκπαίδευσης και παραγωγής συναντά στη χώρα μας τους κλασικούς πολεμίους της συνομοταξίας του «ΝΜΚΤ» (Να Μην Κάνουμε Τίποτα...), και βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε μια χώρα που κατάφερε να τσακίσει την όποια βιομηχανική παραγωγή που κάποτε διέθετε.

Έχουμε όμως πληθώρα πτυχιούχων ΑΕΙ (είμαστε στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως σε αναλογία με τον πληθυσμό μας), οπότε έχουμε και την πολυτέλεια να τους εξάγουμε...

Μια εξήγηση για το φαινόμενο αυτό δίνεται στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του καθηγητή ιστορίας William H. McNeill, Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Εκδόσεις Παπαδόπουλος), όπου ο συγγραφέας αναφέρει πως το διάβασμα για το σχολείο θεωρείται ένα είδος κεφαλαιουχικής επένδυσης για την οικογένεια, στοχεύοντας στη μελλοντική ενίσχυση του εισοδήματός της: «Έτσι τα παιδιά δέχονται τεράστια πίεση προκειμένου να αξιοποιήσουν τη σχολική περίοδο όσο το δυνατόν καλύτερα. Οτιδήποτε άλλο θεωρείται προδοσία της προσπάθειας της οικογένειας να ενισχύσει την κοινωνική θέση και την περιουσία της. Η νεανική παραβατικότητα δεν χωράει σε ένα τέτοιο περιβάλλον».

Αυτό εξηγεί πολλά στη μετέπειτα εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, ακόμα και στην εμφάνιση της παραπαιδείας, που αποτελούσε ακόμα ένα εργαλείο προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχία του εγχειρήματος για την είσοδο σε ένα Πανεπιστήμιο.

Είναι εύλογο πως το κουβάρι της εκπαίδευσης που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ευκαιριακά, πόσω μάλλον με ψηφοθηρικούς όρους. Χρειάζεται όραμα και συνεννόηση, έννοιες με τις οποίες ο πολιτικός κόσμος είναι τσακωμένος, καθώς το ζητούμενο είναι πάντα τα ποσοστά του κόμματος στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση._ Μ. Σ.