Όταν οι ευκολίες που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία περιορίζουν τελικά τις επιλογές σου.

Τα περίπλοκα και κακοσχεδιασμένα συστήματα infotainment αποτελούν ένα θέμα με το οποίο εμμονικά έχουμε ασχοληθεί πολλές φορές. Εντούτοις, παρά την πολυπλοκότητα των σύγχρονων in-car συστημάτων ψυχαγωγίας, η πλειονότητά τους δε διαθέτει πλέον CD player. Ίσως αυτό να αποτελεί μια αυτονόητη εξέλιξη, εντούτοις είναι κάτι που σε προσωπικό επίπεδο βρίσκω απογοητευτικό, ιδίως όταν πρόκειται να ταξιδέψω. Είναι κατανοητό πως η τεχνολογία πάει μπροστά και κάπως έτσι, μαζί της, θέλοντας και μη, πορεύεται και ο κόσμος. Εντούτοις δεν παύει να είναι μεγάλη ασέβεια προς μία μερίδα του κοινού, έστω και κάποιας ηλικίας, το γεγονός πως οι κατασκευαστές, προκειμένου να εξοικονομήσουν μερικά ευρώ και 4-5 χλστ. στην πρόσοψη του infotainment, αποφάσισαν πως κάποιοι από εμάς θα πρέπει να ξεφορτωθούμε τις μουσικές συλλογές που με τόσο κόπο δημιουργήσαμε, ή πως έχουμε το χρόνο να τις μετατρέψουμε σε MP3.

Ουσιαστικά, ο βασικός ενδοιασμός μου προς τη νέα τεχνολογία δεν έχει να κάνει με τη μειονεκτική ποιότητα του συμπιεσμένου ήχου, ούτε με μια ρομαντική προτίμηση προς το φυσικό μέσο, αλλά με τη δυνατότητα επιλογής του τι θα ακούσω, απέναντι σε μια λογική «έχω μαζί μου 40 GB κατεβασμένης μουσικής». Εξού και με εξέπληξε ευχάριστα ένα Nissan Qashqai που οδηγούσα πρόσφατα, το οποίο διέθετε αυτήν την πρόσθετη δυνατότητα.

Τι ειρωνεία, αλήθεια - την ώρα που έκανα αυτήν τη διαπίστωση, περνούσα μπροστά από το video club μου, το οποίο, αδυνατώντας πλέον να αντεπεξέλθει στο σκληρό ανταγωνισμό από το downloading και το Netflix, κατέβαζε ρολά. Η επίσης δυσάρεστη διαπίστωση ήρθε στη συνέχεια όταν, στην προσπάθεια εξεύρεσης εναλλακτικής λύσης, αντιλήφθηκα ότι στις περισσότερες συνοικίες μετά βίας επιβιώνουν ακόμα μία με δύο ανάλογες επιχειρήσεις.

Φαίνεται, λοιπόν, πως κάπου εδώ κλείνει ένας κύκλος περίπου 35 ετών. Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του '80 που ο κόσμος όλος, και ακόμα περισσότερο ο Έλληνας -ένεκα και του τότε μονοπωλίου της κρατικής τηλεόρασης- έπεσε με τα μούτρα στο video. Κάθε τετράγωνο απέκτησε και το δικό του video club και, εκεί που το πράγμα αργότερα, με τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης, ισορρόπησε, ήρθε το Ίντερνετ για να επαναπροσδιορίσει σαρωτικά πώς θα είναι από εδώ κι εμπρός η ψυχαγωγία μας.

Είναι άραγε το κάθε Netflix, οι υπηρεσίες streaming δηλαδή, το υποκατάστατο των video club, διαθέσιμο μάλιστα οποιαδήποτε στιγμή από τη βολή του καναπέ; Θα διαφωνήσουμε, αφού, παρά την πληθώρα του προσφερόμενου προγράμματος, διαθέτει ένα ασύλληπτα μικρότερο ποσοστό επιλογών. Αυτά τουλάχιστον για όσους δεν καταφεύγουν σε πειρατικές λύσεις.

Η πικρή γεύση, λοιπόν, στο στόμα μας δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι το τέλος μιας εποχής έρχεται να μας θυμίσει τα χρόνια που έχουν προστεθεί στην καμπούρα μας, ούτε μόνο γιατί συμπάσχουμε με τους ανθρώπους εκεί στο μαγαζάκι της Αγίας Αναστασίας στον Περισσό, που δεν κατάφεραν να συνεχίσουν κόντρα στο ρεύμα της εποχής.

Είναι περισσότερο γιατί συνειδητοποιούμε ότι η νέα, πιο «βολική» εποχή μάς στερεί τις επιλογές που είχαμε μέχρι σήμερα.

Είναι σαν ξαφνικά μια γιγαντιαία και πολύ οικονομική υπηρεσία delivery να εξαφανίσει εστιατόρια, κρεοπωλεία και μανάβικα, δίνοντάς σου τη δυνατότητα να επιλέξεις ανάμεσα σε κάπου τριάντα πιάτα.

Είναι σαν να κλείσουν όλες οι εταιρείες φωτογραφικών μηχανών, γιατί πλέον όλοι βολεύονται με το κινητό τους.

Είναι σαν κάποια μέρα να μην υπάρχει η δυνατότητα να επιλέξεις τι θα οδηγήσεις. Αντ' αυτού, μια υπηρεσία μετακίνησης θα αναλαμβάνει, μέσω της αντίστοιχης εφαρμογής, να σε ξαποστείλει ξεκούραστα και με ασφάλεια στον προορισμό σου. Το μεταφορικό μέσο, κάποιο αυτόνομο ηλεκτρικό μαραφέτι, δε θα έχει σημασία αν θα είναι όμορφο, τι ήχο θα βγάζει ή πώς θα μυρίζει. Απλώς θα είναι «βολικό».

Είναι τελικά κάτι σαν το ακατοίκητο πατρικό σου, που καταρρέει μέρα με την ημέρα και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό. Απλώς το βλέπεις το βράδυ στους εφιάλτες σου.

Το βαρύναμε λίγο το πράγμα. Πάω να βάλω ένα CD..._ Μ. Σ.