Ένα μικρό διάλειμμα από τις δοκιμές αυτοκινήτων, τα οδοιπορικά και τα ρεπορτάζ. Οι γιορτές προσφέρουν την πολυτέλεια να κατεβάσεις ρυθμούς, να αφήσεις για λίγο τα χιλιόμετρα και τα deadlines και να στραφείς σε άλλα ταξίδια – αυτά του θεάτρου και του σινεμά.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα στις διακοπές, προέκυψαν δύο εμπειρίες που, χωρίς να το επιδιώκουν, άνοιξαν μια κοινή συζήτηση για το ποιοι είμαστε ως κοινωνία και πού έχουμε φτάσει.
Το θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» και η ελληνική ταινία «Σπασμένη Φλέβα» μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, να μην έχουν τίποτα κοινό. Κι όμως, αν τα δει κανείς διαδοχικά, όπως επιλέξαμε, λειτουργούν σαν δύο κεφάλαια του ίδιου βιβλίου: της διαχρονικής ελληνικής αυτοϋπονόμευσης – για να μην πω της κατάντιας μας και ακουστεί γραφικό…

Στο «Μεγάλο μας Τσίρκο», η ιστορία ξετυλίγεται σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η μόνιμη διχόνοια των Ελλήνων – από την αρχαιότητα έως σήμερα – παρουσιάζεται όχι ως ατύχημα, αλλά ως σχεδόν δομικό μας ελάττωμα. Μαζί της, η διαρκής εξάρτηση από «προστάτες» και ξένες δυνάμεις, αποτέλεσμα κακής πολιτικής, κοντόφθαλμων επιλογών και μιας εθνικής αδυναμίας να σταθούμε ενωμένοι. Το έργο, παρότι ιστορικό και συχνά σατιρικό, πονάει γιατί δεν ανήκει στο παρελθόν: μιλάει για το παρόν με όρους διαχρονικούς. Οι ερμηνείες, η μουσική και οι φωνές λειτουργούν σαν συλλογική μνήμη που επιμένει να μας θυμίζει τι δεν μάθαμε ποτέ. Στις 25 Δεκεμβρίου του 2025 κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου είχε δει εκείνο, το πρώτο, δύο φορές και το μνημόνευε πάντα…
Η «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη έρχεται να δείξει πού καταλήγει αυτή η διαδρομή. Ο σύγχρονος Έλληνας παρουσιάζεται στα χειρότερά του: βίαιος, μικρός, εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο χωρίς αξίες, χωρίς διέξοδο και χωρίς αυτογνωσία. Ο Οικονομίδης, πιο mainstream σκηνοθετικά από ποτέ, δεν χάνει την ωμότητά του, αλλά την παντρεύει με πλοκή, ανατροπές και δυνατές ερμηνείες, κάνοντας την ταινία πιο προσβάσιμη χωρίς να τη μαλακώνει. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι υπερβολή. Είναι μια μεγεθυμένη αντανάκλαση της κοινωνικής μας φθοράς.
Και όμως, παρά τη βαριά τους θεματολογία, και τα δύο έργα πρέπει οπωσδήποτε να τα δει ο κόσμος. Γιατί δεν καταγγέλλουν απλώς – θυμίζουν, καθρεφτίζουν και αναγκάζουν σε σκέψη. Το θέατρο με την ποιητική δύναμη της Ιστορίας, το σινεμά με τη σκληρότητα του παρόντος. Μαζί σχηματίζουν ένα ενιαίο σχόλιο για το ποιοι ήμασταν, ποιοι γίναμε και -ίσως- ποιοι θα μπορούσαμε ακόμη να γίνουμε, αν κάποτε αποφασίσουμε να κοιτάξουμε ειλικρινά τον εαυτό μας.
Κάντε μου τη χάρη να τις δείτε. Αξίζουν και οι δύο. Καλή χρονιά σε όλους!






