Χρόνο με τον χρόνο, τα αυτοκίνητα μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους ως προς την εμφάνιση, τις διαστάσεις αλλά και τη συνολική τους λογική.
Πάει καιρός που το πιο δύσκολο για έναν συντάκτη αυτοκινήτου ήταν να βρει τα αρνητικά ενός αυτοκινήτου. Σχεδόν κάθε νέο μοντέλο είναι σωστό, λειτουργικό, οδηγικά εύπεπτο. Λίγα βρίσκεις να τους καταλογίσεις, κι αυτό, έτσι, για να διαχωριστεί η ήρα από το στάρι. Αυτό δεν προέκυψε τυχαία. Αντανακλά έναν τρόπο ζωής που κινείται με υψηλούς ρυθμούς και χαμηλή ανοχή σε τριβές. Το αυτοκίνητο καλείται να ενταχθεί σε μια καθημερινότητα γεμάτη υποχρεώσεις, επαναλαμβανόμενες διαδρομές και ελάχιστο χρόνο για σκέψη. Αποστολή του είναι να λειτουργεί, να μην απασχολεί και να εξυπηρετεί χωρίς να απαιτεί προσαρμογή.
Σε αυτό το πλαίσιο έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τα κινεζικά αυτοκίνητα που εμφανίζονται μαζικά στην ευρωπαϊκή αγορά. Πολλά από αυτά μοιάζουν μεταξύ τους, όχι μόνο σχεδιαστικά, αλλά και ως προς τη γενικότερη… στάση τους απέναντι στον καταναλωτή. Καθαρές επιφάνειες, τεράστιες οθόνες, ουδέτερη θέση αλλά και αίσθηση οδήγησης, έμφαση στη λειτουργία και, ειλικρινά, απουσία χαρακτήρα. Ωστόσο, σχεδόν κανένα δεν επιχειρεί να κερδίσει τον οδηγό συναισθηματικά, παρά μόνο να πλασαριστεί ως μια αξιόλογη λύση μετακίνησης. Κάπου εδώ, ακόμα και εμείς, οι τύποις ειδικοί του χώρου, αν δούμε δεκαπέντε σύγχρονα κινεζικά μοντέλα παρκαρισμένα πλάι πλάι, χωρίς λογότυπα ή άλλα διακριτικά, δύσκολα θα μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε με βεβαιότητα ποιο είναι ποιο. Όχι επειδή δεν έχουμε οδηγήσει αρκετά αυτοκίνητα, αλλά επειδή πολλά από αυτά έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να μη ζητούν αναγνώριση.
Και αυτό, όσο κι αν μας φέρνει σε δύσκολη θέση, δεν είναι αδυναμία. Προϊόντα σχεδιασμένα για αγορές με καταιγιστικούς ρυθμούς ζωής, όπου το αυτοκίνητο δεν λειτουργεί ως προέκταση προσωπικότητας, αλλά ως εργαλείο καθημερινής ροής, όσο λιγότερα ζητούν από τον οδηγό, τόσο καλύτερα κάνουν τη δουλειά τους.
Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν η Ευρώπη αρχίζει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Όχι πολιτισμικά, αλλά χρονικά. Οι ρυθμοί επιταχύνονται, η υπομονή μειώνεται και η καθημερινότητα συμπιέζεται. Μαζί με αυτά αλλάζουν και οι προσδοκίες από το αυτοκίνητο. Το «να μη με κουράζει» αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από το «να μου αρέσει πολύ».
Κάπως έτσι εξηγείται και η άνοδος των απρόσωπων αυτοκινήτων ή, μήπως καλύτερα, των προσαρμοσμένων; Το καλό της υπόθεσης είναι ότι στην πλειονότητά τους δεν στερούνται ποιότητας, παρά μόνο αιχμών, κάτι που στην εποχή μας μοιάζει να είναι πλεονέκτημα. Το αν μέσα σε αυτό το τοπίο υπάρχει ακόμη χώρος για αυτοκίνητα με χαρακτήρα, είναι κάτι που θα φανεί στον χρόνο.







