Με την ευκαιρία της επισημοποίησης της συνεργασίας μεταξύ Alfa Romeo και Scuderia de Adamic, βρεθήκαμε στην πίστα του Varano για μία επίδειξη των μαθημάτων της σχολής, μέσω της γκάμας των μοντέλων της Alfa Romeo.
Aκόμα και ο πιο συντηρητικός οδηγός θα πρέπει να ξέρει να φρενάρει σωστά, αλλά και να γνωρίζει πώς συμπεριφέρεται ένα αυτοκίνητο σε μια στροφή, πότε υποστρέφει ή πότε υπερστρέφει και ποια είναι η ανάλογη αντίδραση. Προτού νομίζεις ότι οδηγείς γρήγορα, πρέπει πρώτα να μάθεις να οδηγείς σωστά.
Για να γίνει αυτό με σωστό τρόπο στον δρόμο, θα πρέπει πρώτα ο οδηγός να έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα, στο ασφαλές και ελεγχόμενο περιβάλλον μιας πίστας, υπό τις οδηγίες και την καθοδήγηση ειδικών. Οι Alfa Romeo είναι φτιαγμένες για να οδηγούνται με πάθος, είτε στην πίστα είτε στους καθημερινούς δρόμους, σε αναζήτηση μιας οδηγικής συγκίνησης. Και ποιος θα ήταν ο καταλληλότερος εκπαιδευτής από την επίσημη σχολή της ιταλικής εταιρείας;
H Alfa Romeo Driving Academy, είναι πλέον με κάθε επισημότητα, ένα γεγονός που έρχεται ως επιστέγασμα, μιας συνεργασίας δεκαετιών ανάμεσα στην Alfa Romeo και την Scuderia de Adamich.

Καλεσμένοι της Italian Motion του ομίλου Βασιλάκη, βρεθήκαμε στο Βαράνο για να δούμε πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Βλέπετε οι 4 ΤΡΟΧΟΙ στο παρελθόν έχουν βρεθεί πολλές φορές σε αυτή την κοιλάδα ονείρων έξω από την Πάρμα (στην ευρύτερη αυτή περιοχή της Emilia Romana κατοικούν και άλλοι ιταλικοί θρύλοι, όπως η Ferrari και η Lamborghini), ακολουθώντας την κοινή πορεία της σχολής του Ντε Άνταμιτς με την Alfa Romeo.

O Aντρέα Nτε Άνταμιτς ήταν ο εμπνευστής και διευθυντής του «Διεθνούς Kέντρου Aσφαλούς Oδήγησης», που ίδρυσε το 1990 σε συνεργασία με την
Alfa Romeo στο Bαράνο. Ξεκίνησε την καριέρα του με Ferrari το 1967 και στη συνέχεια έτρεξε με McLaren και Brabham, απαριθμώντας 30 συμμετοχές σε αγώνες της F1, στην εποχή οδηγών – θρύλων σαν τον Γκρέιχαμ Xιλ και τον
Tζάκι Στιούαρτ.
Το όνομα του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις αγωνιστικές Alfa Romeo, ενώ εκτός F1 είχε κατακτήσει τη νίκη στον Αγώνα Αντοχής των 1000 χιλιομέτρων του Νίρμπουργκρινγκ. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία παρουσιάζοντας εκπομπή αυτοκινήτου στην ιταλική τηλεόραση, ενώ ήταν πρωτοπόρος σε θέματα εκπαίδευσης ασφαλούς και σπορ οδήγησης στην Ιταλία.
Σήμερα μπορεί ο σπουδαίος Ιταλός οδηγός να μην είναι πια κοντά μας, η σύζυγός του Σοφία Σπανού Nτε Άνταμιτς και ο γιός του Γκόρντον Nτε Άνταμιτς, κρατούν γερά το τιμόνι της Scuderia de Adamich, που ανανέωσε την συνεργασία της με τον εμβληματικό Ιταλό κατασκευαστή, δημιουργώντας την Alfa Romeo Driving Academy.

Η Alfa Romeo Driving Academy απευθύνεται σε όλους τους οδηγούς, άσχετα με το προφίλ εμπειρίας και το επίπεδο προετοιμασίας που μπορεί να έχουν. Προσφέρονται τέσσερα προγράμματα εκπαίδευσης που κλιμακώνονται, ξεκινώντας από τα απλά και εμβαθύνοντας μέχρι τις πλέον προχωρημένες τεχνικές. Το Safe Driving αποτελεί τη βάση όλων των προγραμμάτων, εστιάζοντας στη βελτίωση των αντιδράσεων και στη διαχείριση κρίσιμων καταστάσεων. Το Evolved Driving απευθύνεται σε όσους θέλουν να εμβαθύνουν στη συμπεριφορά του αυτοκινήτου και να διευρύνουν με ασφάλεια τα όριά τους. Το Sporty Driving είναι μία υψηλής έντασης εμπειρία για την ανάδειξη των δυναμικών δυνατοτήτων του αυτοκινήτου, ενώ το ανώτερο επίπεδο Advanced Driving, απευθύνεται σε εκείνους που επιδιώκουν να τελειοποιήσουν την οδηγική τους τεχνική.

Οι πρωταγωνιστές της Alfa Romeo
Βρεθήκαμε λοιπόν στο σιρκουί Varano de’ Melegari για να πάρουμε μία ιδέα των μαθημάτων που προσφέρει η σχολή, με όλα τα μοντέλα της ιταλικής εταιρείας. Μπορεί η Alfa Romeo να περηφανεύεται ότι είναι ένας από τους ελάχιστους κατασκευαστές, με μία γκάμα που ξεκινάει λίγο κάτω από τα 30.000 ευρώ και φθάνει πάνω από τα 2 εκ. ευρώ, αλλά στην προκειμένη περίπτωση φυσικά δεν συμμετέχει στα μαθήματα, το ανώτερο άκρο, η ονειρική 33 Stradale.

Δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι παλιές δόξες των μαθημάτων, μιας και η σχολή πάντοτε προμηθευόταν τις τετράτροχες δημιουργίες της Alfa Romeo. Διακριτικά παρατεταγμένες σε μία άκρη έστεκαν αγέρωχα με την ερυθρόλευκη ενδυμασία τους, εμβληματικά μοντέλα όπως οι: 8C, 4C, Brera, 75, 156 GTA, GTV και φυσικά η ξεχωριστή SZ (Sprint Zagato), με τον αξέχαστο ήχο.

Σήμερα, όμως τα μαθήματα γίνονται με την υπάρχουσα γκάμα μοντέλων. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η μελλοντική γενιά θα καθυστερήσει να παρουσιαστεί, οπότε και επανεκκίνησε η παραγωγή των Giulia και Stelvio, οι οποίες θα συνεχίσουν να μας συντροφεύουν για αρκετό καιρό, κάτι που δε μας χαλάει καθόλου. Μαζί τους στα μαθήματα το παρών δίνουν οι Junior και Tonale.

Μάλιστα, όσοι τυχεροί παρακολουθήσουν τα μαθήματα, θα έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με όλες τις εκδόσεις και τα συστήματα κίνησης του Ιταλού κατασκευαστή. Το μενού περιλαμβάνει την ηλεκτρική Junior Veloce, την plug-in υβριδική Tonale Q4, τις βενζινοκίνητες και πετρελαιοκίνητες Giulia και Stelvio Veloce, με αποκορύφωμα τις καθαρόαιμες V6 twin-turbo Quadrifoglio παραλλαγές.

Μία υπέροχη μέρα
Η μέρα ξεκίνησε με το απαραίτητο briefing από τους εκπαιδευτές, οι οποίοι είναι όλοι τους οδηγοί με άφθονες αγωνιστικές εμπειρίες. Πέρα από τα βασικά για την θέση οδήγησης και την θέση των χεριών στο τιμόνι, τονίστηκε η σημασία του σωστού φρεναρίσματος (σύντομο και αποφασιστικό στην αρχή, χωρίς να ενεργοποιείς το ABS και ελαττώνοντας προοδευτικά την πίεση στο αριστερό πεντάλ), αλλά και το ότι θα πρέπει να κοιτάμε εκεί που θέλουμε να πάμε (κάτι πολύ σημαντικό σε φουρκέτες και σικέιν). Ειδική αναφορά έγινε στο θέμα της μεταφοράς βάρους τόσο στον διαμήκη άξονα, όσο και στον εγκάρσιο και πως μπορεί να εκμεταλλευτεί ο οδηγός αυτό το φαινόμενο προς όφελος του.

Θα είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε σε ολόκληρη την πίστα, πάντοτε με τον εκπαιδευτή στο δεξί κάθισμα, να μας υποδεικνύει τα μυστικά των σωστών χειρισμών. Σε κάθε στροφή υπήρχαν κώνοι, που σηματοδοτούσαν, το σημείο έναρξης της επιβράδυνσης, την κορυφή της στροφής και την έξοδο, προκειμένου να ακολουθείται η ιδανική γραμμή. Μάλιστα όλα αυτά δεν θα έμεναν σε θεωρητικό επίπεδο, αφού υπήρχε η δυνατότητα τηλεμετρίας, όπου μέσα από αναλυτικά διαγράμματα θα είχαμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε τις επιδόσεις μας με αυτές των εκπαιδευτών, λαμβάνοντας προτάσεις και συμβουλές βελτίωσης.

Ύστερα λοιπόν από μερικούς αναγνωριστικούς γύρους, ήρθε η σειρά μας να αναλάβουμε τα πηδάλια. Όπως μας είπαν οι άνθρωποι της οργάνωσης, θα είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε όλα τα μοντέλα της γκάμας. Αν και θα προτιμούσαμε να ξεκινήσουμε από τις απλές ντίζελ εκδόσεις και να ανέβουμε, τελικά ξεκινήσαμε από την κορυφή. Μία κορυφή που δεν είναι άλλη από την QV, σε Stelvio και Giulia.

Δεν σου δίνεται κάθε μέρα η ευκαιρία να οδηγήσεις τους 520 ίππους της QV, back to back μάλιστα σε μία άμεση σύγκριση εντυπώσεων μεταξύ Stelvio και Giulia, σε σχέση με την μετάδοση και την απόσταση από το έδαφος. Όπως είναι λογικό, ο νικητής αυτής της πρώτης άτυπης κόντρας είναι η Giulia, που κατά την γνώμη μας, αποτελεί αυτή την στιγμή την πεμπτουσία (εξαιρουμένης της εξωτικής Stradale) του fun to drive χαρακτήρα της Alfa Romeo.

Πιο ευέλικτη και άμεση στις αντιδράσεις της, έδειξε γιατί το βάρος και η μάζα σε σχέση με την SUV αδελφή της, μπορούν να κάνουν την διαφορά στο απόλυτο περιβάλλον της πίστας. Χρειαστήκαμε πάντως μία μικρή περίοδο προσαρμογής, μέχρι να συνηθίσουμε την αίσθηση των κεραμικών φρένων με τα οποία ήταν εξοπλισμένο το συγκεκριμένο αυτοκίνητο.

Σίγουρα πάντως το σύστημα Q4 της κορυφαίας Stelvio δεν είναι μία ακόμα τετρακίνηση σαν όλες τις άλλες, αφού η ροπή πρώτα μεταφέρεται στους πίσω τροχούς και κατόπιν σε συνεργασία με το Alfa Active Torque Vectoring (το πίσω διαφορικό δηλαδή που υπάρχει και στην Giulia QV), μπορεί να μεταφερθεί έως και το 50% της ροπής στους εμπρός τροχούς.
Όταν έχεις όλο αυτό το οπλοστάσιο στην διάθεση σου, λογικό είναι να σου φαίνονται κάπως λίγες οι μικρότερες εκδόσεις. Μπορεί έξω στο δρόμο, μια ντίζελ τετρακίνητη Giulia Veloce να έχει καταχωρηθεί στις προσωπικές μας εμπειρίες, ως ένα από τα καλύτερα all around grand tourer, μέσα στην πίστα όμως τα πράγματα είναι αλλιώς. Δείχνει βαριά, ο κινητήρας όσο φιλότιμες προσπάθειες και αν καταβάλει, δεν μπορεί να συγκριθεί με την καταιγιστική απόδοση των 520 ίππων της QV, ενώ το κροτάλισμα μοιάζει αφόρητο απέναντι στις συγχορδίες του κορυφαίου V6 Bi-Turbo.
Μία ακόμα περίπτωση μεταμόρφωσης από τον δρόμο στην πίστα, ήταν και αυτή της Junior Veloce. Όλοι την χαρακτήρισαν ως την αποκάλυψη της ημέρας, αλλά εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο, έχοντας ως παρακαταθήκη τις εμπειρίες από την παρουσίαση του αδελφού Abarth 600 στο Μπαλόκο.

Εκ προοιμίου, η κατανομή της μάζας ελέω μπαταρίας, το ζύγισμα και το χαμηλό κέντρο βάρους, είναι ιδανικά στοιχεία για το περιβάλλον μιας πίστας. Οι 280 ίπποι και η αμεσότητα στην απόκριση του ηλεκτρικού μοτέρ εξανεμίζουν τις όποιες σκοτούρες δημιουργεί το βάρος, καθώς σου επιτρέπουν να εκτοξεύεσαι από στροφή σε στροφή. Το κερασάκι της αποκάλυψης όμως είναι το εμπρός μηχανικό μπλοκέ διαφορικό, που σου επιτρέπει να βυθίζεις το δεξί πεντάλ στην έξοδο της στροφής, χωρίς να ανησυχείς για το ατελείωτο σπινάρισμα που θα εκδηλωνόταν σε άλλη περίπτωση. Το σκληρό setup της ανάρτησης μπορεί να κουράζει σε δημόσιο δρόμο, μέσα στην πίστα όμως δεν θα έλεγες όχι ακόμα και σε πιο σφιχτές ρυθμίσεις. Το καλύτερο από όλα όμως είναι ότι μέσα στην πίστα δεν έχεις να ανησυχείς για την κατανάλωση και την αναπόφευκτα μικρή αυτονομία, αφού άλλοι πρέπει να φροντίσουν για την φόρτιση.

Κάπως έτσι τελείωσε το κομμάτι της πίστας, αλλά οι υπεύθυνοι της οργάνωσης, μας επιφύλασσαν μία τελευταία δοκιμασία, με το τελευταίο μέλος της γκάμας, την Tonale. Με κώνους είχαν διαμορφώσει ένα μεγάλο «οκτάρι» όπου το μισό ήταν βρεγμένο, ενώ υπήρχαν και χρονόμετρα, προκειμένου να στηθεί ένας άτυπος διαγωνισμός, όπου κάθε επαφή με κώνο ισοδυναμούσε με χρονική ποινή. Σε μία τέτοια δοκιμασία δύσκολα μπορείς να εκτιμήσεις τα χαρακτηριστικά του οχήματος, μιας και προέχουν οι απότομες και αποφασιστικές ενέργειες με το γκάζι, το φρένο και το τιμόνι, στο κυνήγι των δευτερολέπτων.

Δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε έναν καλύτερο επίλογο μιας τέτοιας ημέρας, από την οδήγηση μέχρι το γραφικό ξενοδοχείο, μέσω των πανέμορφων φιδωτών επαρχιακών δρόμων στην κοιλάδα της Πάρμα, πίσω από το τιμόνι μιας Tonale Q4 PHEV (εντάξει η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο, θα προτιμούσαμε να αντικατασταθεί με μία Giulia).

Τα λόγια του Santo Ficili, CEO της Alfa Romeo, συνοψίζουν με τον καλύτερο τρόπο την εμπειρία που ζήσαμε στην Alfa Romeo Driving Academy. «Τα αυτοκίνητα της Alfa Romeo είναι φτιαγμένα για να οδηγούνται με πάθος, είτε στην πίστα είτε στους δημόσιους δρόμους. Αυτή είναι η αποστολή της οδηγικής συγκίνησης που έχουμε στο DNA μας από το 1910. Σκοπός της Alfa Romeo Driving Academy είναι να προσφέρει την ευκαιρία να βιώσει κανείς αυτή την ουσία στο έπακρο, γιατί οι επιδόσεις χωρίς αυτογνωσία παραμένουν απλώς ταχύτητα. Μαζί με τη Scuderia de Adamich, τη μετατρέπουμε σε εμπειρία απόλυτου ελέγχου και μοναδικής απόλαυσης».







