Ο πρωθυπουργός εξήγησε ότι εκσυγχρονισμός του στόλου αυτοκινήτων μπορεί να συνδράμει στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.
«Έχουμε έναν γερασμένο στόλο αυτοκινήτων ακόμα στη χώρα μας. Αυτό, προϊόντος του χρόνου, θα διορθώνεται», ανέφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συμμετοχή του στην εκδήλωση του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με τίτλο «Η Ελλάδα δημιουργεί κουλτούρα οδικής ασφάλειας».
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι «τα παλιά αυτοκίνητα είναι λιγότερο ασφαλή από τα καινούργια, είτε μιλάμε για ενεργητική ασφάλεια είτε μιλάμε για παθητική ασφάλεια», προσθέτοντας ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να δίνει -στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατότητων της- στους πολίτες τη δυνατότητα αντικατάστασης του παλιού αυτοκινήτου με καινούργιο.
Εστίασε δε και στα συστήματα ασφαλείας των σύγχρονων αυτοκινήτων, προτρέποντας τους οδηγούς να μην τα απενεργοποιούν, καθώς αυτά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.
Κάμερες, αλκοτέστ και 30 χλμ./ώρα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε ιδιαίτερη αναφορά και στις κάμερες, εξηγώντας ότι αποδίδει πολύ μεγάλη σημασία στην τεχνολογία και τις υποδομές, ενώ προανήγγειλε τη βεβαίωση ενός μεγάλου αριθμού κλήσεων, ειδικά για παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, εφόσον επιβεβαιωθούν τα πρώτα στατιστικά στοιχεία.
«Και δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να διαφωνήσει με την απόλυτη επιβολή του νόμου, όταν πρόκειται για μία συμπεριφορά που θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο τον οδηγό, αλλά κυρίως κάποιον ο οποίος δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για την ενδεχόμενη εμπλοκή του σε ένα τροχαίο ατύχημα».

Για τους συνεχείς ελέγχους για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι κατανοεί «τη μικρή ταλαιπωρία για τους οδηγούς οι οποίοι επιστρέφουν από τη διασκέδασή τους τα σαββατοκύριακα, όμως τελικά η κοινωνία αντελήφθη ότι αυτή είναι μια απαραίτητη ενέργεια και το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι έχει αλλάξει ουσιαστικά η νοοτροπία και η συμπεριφορά σε σχέση με το αλκοόλ και την οδήγηση».
Επιπλέον, ανέφερε ότι με το νέο καθεστώς θα είναι αδύνατο το σβήσιμο των κλήσεων, προτού εστιάσει στη μείωση του ορίου ταχύτητας εντός των πόλεων. «Μας έλεγαν, “α, 30 χιλιόμετρα, είναι δυνατόν;” Και όμως, όταν είδαμε στατιστικά το αποτέλεσμα αυτής της παρέμβασης σε άλλες πόλεις, πειστήκαμε ότι αυτό είναι το σωστό μέτρο.
»Και αν δείτε σε ένα μικρό βιντεάκι -έχει πολύ ενδιαφέρον να το αναζητήσετε- τον χρόνο αντίδρασης μέσα στην πόλη σε ένα συμβάν, η διαφορά μεταξύ 30 και 50 χιλιομέτρων είναι πραγματικά μέρα με τη νύχτα. Και φυσικά, επειδή καταλαβαίνουμε πάντα ότι μπορεί να υπάρχει μία μικρή ανοχή στην ταχύτητα, ξέρουμε ότι όσο πέφτει το όριο τόσο η πραγματική ταχύτητα, τελικά, των οχημάτων θα είναι χαμηλότερη».






