Το σύγχρονο coachbuilding επαναφέρει στη μόδα την ιδέα του αυτοκινήτου ως προϊόντος που συμμορφώνεται πλήρως με το προσωπικό γούστο.
Στα ανώτερα στρώματα της αυτοκίνησης, εκεί όπου η τιμή έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως φραγμός, επανέρχεται δυναμικά το «αποκλειστικό αυτοκίνητο». Τα προϊόντα αυτής της ιδέας είναι μοναδικά και προφανώς ουδεμία σχέση έχουν με λίστες εξοπλισμού, παλέτες χρωμάτων ή ακόμα και με πακέτα εξατομίκευσης.
Μπορεί να έχουν ακόμα και δικό τους σχήμα, σίγουρα δικό τους χαρακτήρα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δική τους θέση μέσα στην ιστορία μιας μάρκας. Σε μια εποχή όπου οι κοινές πλατφόρμες και τα επίσης κοινά μηχανικά μέρη αποτελούν πανάκεια, καθώς υπηρετούν πολλές διαφορετικές εφαρμογές και μάρκες, η επιστροφή του coachbuilding αποκτά ξεχωριστό βάρος.

Η έννοια δεν είναι καινούργια. Στα πρώτα χρόνια του αυτοκινήτου, ο κατασκευαστής συχνά παρέδιδε πλαίσιο (ή, πιο σωστά, σασί), κινητήρα και μηχανικά μέρη, ενώ το αμάξωμα αναλάμβαναν εξειδικευμένοι καροσερίστες. Ο πελάτης είχε ουσιαστικό ρόλο και λόγο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος και το αυτοκίνητο έφερε πολύ καθαρότερα την προσωπική του σφραγίδα. Όσο όμως το αυτοκίνητο γινόταν πιο προσιτό και απαραίτητο, η μαζική παραγωγή, η ενιαία κατασκευή αμαξώματος και, πλέον, οι αυξημένες απαιτήσεις ασφάλειας περιόρισαν αυτή την παράδοση. Η αυτοκίνηση ουσιαστικά περιορίστηκε σε αισθητά λιγότερο χώρο για αποκλίσεις από το βασικό προϊόν.
Σήμερα, το coachbuilding επιστρέφει με διαφορετική λογική, καθώς δεν αφορά τον παραδοσιακό καροσερίστα που θα ντύσει ένα γυμνό σασί, αλλά μια σύνθετη διαδικασία σχεδιασμού, κατασκευής και εξατομίκευσης. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα one-off, μια ελάχιστη σειρά παραγωγής ή ένα ειδικό πρότζεκτ που γεννιέται για ελάχιστους και πολύ συγκεκριμένους πελάτες. Το ζητούμενο βρίσκεται στη μοναδικότητα, στην αίσθηση προσωπικής συμμετοχής και στην επιθυμία να αποκτήσει κανείς κάτι που ξεφεύγει ακόμη και από τα δεδομένα της πολυτελούς αυτοκίνησης.

Η Rolls-Royce έχει δώσει το πιο ηχηρό παράδειγμα coachbuilding. Οι Boat Tail και Droptail αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα σχεδόν συλλεκτικής λογικής, όπου οι αναλογίες, τα υλικά, οι λεπτομέρειες και η συνολική αισθητική υπηρετούν μια απολύτως ειδική σύλληψη. Η Bentley, μέσω της Mulliner, κινείται ανάλογα, με μοντέλα όπως τα Bacalar και Batur, όπου η βρετανική παράδοση της αμαξοποιίας μεταφράζεται σε σύγχρονες δημιουργίες περιορισμένης παραγωγής. Στη Ferrari, τα Special Projects δείχνουν πόσο βάρος έχει η επιθυμία για ένα αυτοκίνητο με ξεχωριστή ταυτότητα, ακόμη κι όταν μιλάμε για μια μάρκα που έτσι κι αλλιώς δίνει σε κάθε πελάτη της τη δυνατότητα να επιλέξει δικό του, αποκλειστικό φινίρισμα στις τελικές λεπτομέρειες του, κατά τα άλλα μαζικής παραγωγής, αυτοκινήτου του.

Πίσω από όλο αυτό υπάρχει μια ουσιαστική μετατόπιση στην ίδια την έννοια της πολυτέλειας. Για πολλά χρόνια, η κορυφή οριζόταν κυρίως από την ισχύ, τις επιδόσεις, τα τεχνολογικά επιτεύγματα και γενικότερα τους μεγάλους αριθμούς. Σήμερα, όμως, το απόλυτο φαίνεται πως έχει να κάνει με τον χρόνο που μπορεί να αφιερώσει μια εταιρεία σε ένα και μόνο αυτοκίνητο.
Η Rolls-Royce μιλάει για τετραετή συνεργασία στην περίπτωση της Boat Tail, ενώ, μεταξύ άλλων, για την κατασκευή της La Rose Noire Droptail αναφέρεται ότι χρειάστηκαν 1.603 κομμάτια ξύλινου veneer για… το παρκέ της. Στην Bentley, καθεμία από τις μόλις 18 Batur απαιτεί περίπου τέσσερις μήνες χειροποίητης κατασκευής, έπειτα από πρόγραμμα εξέλιξης 58 εβδομάδων, με περισσότερα από 30.000 χιλιόμετρα δοκιμών και πάνω από 800 εξαρτήματα αποκλειστικά για το συγκεκριμένο μοντέλο.

Εκεί ακριβώς αλλάζει και το νόημα της αποκλειστικότητας. Στο coachbuilding, ο πελάτης δεν πληρώνει μόνο για να αποκτήσει κάτι σπάνιο, αλλά για να δεσμεύσει σχεδιαστές, μηχανικούς και τεχνίτες γύρω από την απολύτως προσωπική του ιδέα. Πληρώνει, με λίγα λόγια, για να… δεσμεύσει τη λογική μιας ολόκληρης εταιρείας για λογαριασμό του, σε μια βιομηχανία που υπό νορμάλ συνθήκες μετράει τα πάντα με ρυθμούς παραγωγής.







