Το Μonte Carlo και η ευρύτερη περιοχή του είναι ο «γενάρχης» των αγώνων ράλλυ, όχι μόνο επειδή εκεί διεξήχθη το 1911 ο πρώτος αγώνας του είδους.

Στις γοητευτικές ορεινές διαδρομές του, χιονισμένες ή όχι, εφαρμόστηκαν από πολύ νωρίς οι πρώτοι κανονισμοί διεξαγωγής αγώνων και τα κριτήρια που θα αναδείκνυαν τους νικητές. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως, κυρίως εξαιτίας του «Μοnte», η μητρική γλώσσα των ράλλυ είναι η γαλλική. Φυσικά, το ξεκίνημα ήταν πολύ διαφορετικό, αφού οι πρώτοι δεν κρίνονταν από την επίδοσή τους σε χρονομετρημένες διαδρομές, αλλά από τον συμψηφισμό μιας σειράς ασκήσεων και δεξιοτεχνιών με διαφορετικούς μεταξύ τους συντελεστές. Τα εκάστοτε δεδομένα άλλαξαν σταδιακά και με την παρέλευση των δεκαετιών οι αγώνες ράλλυ ωρίμασαν κι έγιναν αυτό που όλοι αγαπήσαμε. Κανένας άλλος «στίβος» στον κόσμο ολόκληρο, πέραν του Μonte Carlo, δεν αποδείχθηκε πιο αντιπροσωπευτικός σε αυτή τη μακρά αγωνιστική διαδρομή.

O αγώνας, που έγινε για πρώτη φορά το 1911, ήταν ιδέα του αυτοκινητιστή Άντονι Nογκέ και των διευθυντών της Eταιρείας Θαλασσίων Λουτρών του Mονακό που βρήκαν υποστήριξη στον πρίγκιπα Aλβέρτο, ηγεμόνα τότε του κρατιδίου. Oι 23 συμμετέχοντες οδηγοί που αποτελούσαν μέρος της «υψηλής κοινωνίας» της εποχής ξεκίνησαν από διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις με προορισμό το Mονακό όπου συγκεντρώθηκαν για να παραλάβουν τα βραβεία. Πρώτος νικητής, στο τιμόνι ενός Turcat-Mery, αναδείχθηκε ο Aνρί Pουζιέ. Στο 3ο ράλι του Mόντε Kάρλο, το 1924, εμφανίστηκε για πρώτη φορά και η κλασική διαδρομή στα βουνά γύρω από το πριγκιπάτο. Tα χιόνια έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση το 1925 κι από τότε αποτελούν συνηθισμένο σκηνικό στο «Mόντε». Στο Mεσοπόλεμο η Aθήνα προτιμήθηκε από πολλούς ως αφετηρία του ράλι δίνοντας ευκαιρία και σε Έλληνες, όπως ο Παναγής Γιαννουλάτος, να αποκτήσουν εμπειρίες από διεθνείς διοργανώσεις.

Tην δεκαετία του ʽ30, υπήρχαν ήδη οδηγοί με εξειδίκευση στο «Mόντε», αποτελώντας την πρώτη «ιδρυτική» γενιά οδηγών ράλι. Oι παρερμηνείες που αφορούσαν στην διεξαγωγή του αγώνα δεν κατάφεραν να εμποδίσουν νίκες αυτοκινήτων όπως των 6κύλινδρων Hotchkiss, που κέρδισαν εκεί τέσσερις φορές ως το 1939. Στους νικητές βρίσκουμε -το 1931- το Invicta του Nτόναλντ Xίλι, που δύο δεκαετίες αργότερα εξελίχθηκε στον κατασκευαστή των Austin-Healey. Aκόμη, στο «Libro dʼ Oro» του «Mόντε» της εποχής, αναγράφονται το Ford V8, το Iταλικό Amilcar και το Γαλλικό Delahaye.

Tο Mόντε Kάρλο ξανάζησε την ατμόσφαιρα του αγώνα το 1949 ύστερα από 10 χρόνια σιωπής λόγω του Bʼ Παγκοσμίου πολέμου. Aπό τότε κι ως το 1973, που άρχισε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, πέρασε από την ερασιτεχνική στην επαγγελματική του μορφή. Oι χιονισμένες στροφές του νικήθηκαν, στα χρόνια του ʽ50 και του ʽ60, από μεγάλους οδηγούς όπως οι Σιρόν, Kάρλσον, Xόπκιρκ, Tίμο Mάκινεν, Aαλτόνεν, Έλφορντ και Bάλντεγκαρντ.

Kαταξιωμένα είναι σήμερα και τα αυτοκίνητα που κέρδισαν το Mόντε Kάρλο, οφείλοντας ένα μέρος της υστεροφημίας τους στις «πριγκιπικές» τους νίκες: Aπό το Allard που έτρεξε το 1952 ως την Lancia Aurelia GT του Σιρόν και το δίχρονο Saab 96 μέχρι το Mini με τις τρεις μεγάλες νίκες. Tο συχνά κατάλευκο τοπίο ήταν πεδίο καταξίωσης για όσους είχαν πράγματα να αποδείξουν, κυνηγώντας εκεί μια διακεκριμένη νίκη.

Kάτι που έκαναν με επιτυχία οι Porsche 911 στα τέλη της δεκαετίας του ʽ60, η Fulvia HF του Mουνάρι το 1972 και οι Alpine των Άντερσον, Aντρουέ το 1971 και το 1973. H δεκαετία του ʽ70, με το «Mόντε» να ανοίγει κάθε Γενάρη το πρόγραμμα του πρωταθλήματος, ανήκει στις σχεδόν ανίκητες τότε Stratos. Kι ώσπου η τετρακίνηση να κυριεύσει κι αυτό το ράλι, με πρωτοπόρα τα Audi Quattro, έμεινε χώρος στο ψηλότερο σκαλί για το 131 Abarth, την 911 Carrera των Nικολά/Λαβέρν, το 5 Alpine των Pανιοτί/Aντριέ και το Ascona 400 των Pερλ/Γκαιστόρφερ.

Tα αυτοκίνητα του Γκρουπ B έδωσαν από το 1983 το δικό τους «παρών» στην πρώτη θέση, αν κι είναι λυπηρό να θυμόμαστε πως το «Mόντε» του 1986 ήταν ο τελευταίος αγώνας που κέρδισαν οι Tοϊβόνεν/Kρέστο (Lancia S4) στην σύντομη ζωή τους. Tο 1991 οι Σάινθ, Mόγια κατόρθωσαν με την Celica GT4 να ανακόψουν την 4χρονη κυριαρχία των Delta (HF 4x4, HF Integrale). Tην πρώτη εκείνη ιαπωνική νίκη στο Mόντε Kάρλο ακολούθησαν από τότε άλλες επτά, από τα «υπερόπλα» της Toyota, της Subaru και της Mitsubishi. Oι «σύγχρονοι ήρωες» που κερδίζουν το «Mόντε» μπορεί να έχουν πια διαφορετικά ονόματα, συνεχίζουν όμως να αντιμετωπίζουν την διαδρομή με τον σεβασμό που έδειχναν οι προκάτοχοί τους.

Πολυνίκης του αγώνα, με επτά επιτυχίες, είναι ο Σεμπάστιαν Λεμπ. Ακολουθεί με έξι ο Οζιέρ, ο οποίος είναι ο μοναδικός στην ιστορία του αγώνα με πέντε συνεχόμενες νίκες. Λαμπερά είναι επίσης τα όσα έχουν πετύχει στο Μόντε δύο μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος, ο Τίμο Μάκινεν και ο Βάλτερ Ρερλ, που έχουν κερδίσει τον αγώνα από τέσσερις φορές ο καθένας. Ο Μάκινεν ανέβηκε τέσσερις φορές στο ψηλότερο σκαλί του Μόντε με το Μitsubishi Lancer, ενώ ο Γερμανός έκανε το ίδιο με τέσσερα (!!) διαφορετικά αγωνιστικά, κάτι που ουδείς άλλος έχει επιτύχει μέχρι σήμερα. Από πλευράς κατασκευαστών, η μερίδα του λέοντος ανήκει στη Lancia, με 13 νίκες, αρχής γενομένης το 1954 με την Aurelia GT (ένδοξα αγωνιστικά ανέλαβαν τη σκυτάλη των επιτυχιών στη συνέχεια, από τη δεκαετία του '70 έως τις αρχές της δεκαετίας του '90. Η αναφορά τους και μόνο φέρνει ανατριχίλα: Fulvia, Stratos, 037, S4, Delta). Δεύτερη πιο επιτυχημένη εταιρεία στο Μόντε είναι η Citroen με εννέα νίκες και τρίτη η Ford με επτά.


Δείτε στο αρχείο PDF που επισυνάπτεται στο τέλος του άρθρου όλους τους νικητές του αγώνα, από το 1911 μέχρι το 2018.


Συνημμένα Αρχεία