John Surtees 1934-2017

10 Μαρ 2017

John Surtees 1934-2017

Έφυγε σε ηλικία 83 ετών ο μόνος οδηγός αγώνων στην ιστορία που έχει κατακτήσει παγκόσμιους τίτλους ταχύτητας με τους δύο, αλλά και με τους τέσσερις τροχούς.

O John Surtees, γιός εμπόρου μοτοσικλετών στο Νότιο Λονδίνο, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον κόσμο των δύο τροχών από πολύ νωρίς. Υπεύθυνος γι αυτήν την εξέλιξη ήταν ο πατέρας του, με αγωνιστικές ανησυχίες και ο ίδιος. Με αυτόν έλαβε μέρος στον πρώτο του αγώνα, στην κατηγορία των sidecars. Οι Surtees κέρδισαν τους αντιπάλους τους εκείνη την ημέρα, όμως οι διοργανωτές χωρίς δεύτερη σκέψη τους ακύρωσαν, καθώς αντιλήφθηκαν πως ο μικρός που βρισκόταν μέσα στο καλάθι ήταν σε ηλικία απαγορευτική για τέτοιου είδους δραστηριότες. Το περιστατικό αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον νεαρό Βρετανό, που το 1949 πήρε το βάπτισμα του πυρός στους αγώνες ως αναβάτης και το 1950 πήγε να εργαστεί ως μαθητευόμενος στο εργοστάσιο της Vincent. Τον επόμενο χρόνο, στα 17 του, τόλμησε να τα βάλει στο Thruxton με το μεγάλο αστέρι της εποχής, τον παγκόσμιο πρωταθλητή των 500 κ.εκ. Geoff Duke. Το 1955 ο αγωνιστικός διευθυντής της Norton Joe Craig τον ξεχώρισε για την ταχύτητα και τη μαχητικότητά του, με αποτέλεσμα να γίνει επίσημο μέλος της εργοστασιακής ομάδας. Όμως, τα οικονομικά προβλήματα της βρετανικής εταιρείας την υποχρέωσαν να αναστείλει τη δραστηριότητά της στις πίστες, στο τέλος εκείνης της χρονιάς. Βέβαια, για τον Surtees το μεγάλο βήμα είχε γίνει, αφού από την επόμενη χρονιά θα αγωνιζόταν στο παγκόσμιο πρωτάθλημα με την MV Agusta και η εποχή της κατάκτησης τίτλων σύντομα θα ξεκινούσε...

Η συνεργασία του με τους Ιταλούς αποδείχθηκε απόλυτα επιτυχημένη, αφού ανταμείφθηκε με τον παγκόσμιο τίτλο (τον πρώτο για την MV Agusta στην κατηγορία των 500 κυβικών εκατοστών) από την πρώτη κιόλας χρονιά. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και η εξάμηνη τιμωρία του Geof Duke από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Μοτοσικλέτας για τη στήριξη που πρόσφερε στους αναβάτες που απεργούσαν για καλύτερους μισθούς, αυτό όμως δε μπορεί να μειώσει την αξία του John Surtees, του οποίου η ταχύτητα επιβραβεύτηκε από τους φίλους των δύο τροχών με το προσωνύμιο figlio del vento (ο γιός του ανέμου). Το 1957 οι μοτοσικλέτες της Gilera ήταν ανώτερες από εκείνες της MV Agusta, αφήνοντας τον Βρετανό τρίτο στην παγκόσμια κατάταξη, στο τέλος της χρονιάς. Όμως, την περίοδο 1958-1960, δεν υπήρχε αντίπαλος για τα ιταλικά δίτροχα: Τρεις συνεχόμενοι παγκόσμιοι τίτλοι στη μεγάλη κατηγορία των 500 κ.εκ., τρεις επίσης και στο πρωτάθλημα των 350 κ.εκ., ήταν ο λαμπερός απολογισμός εκείνης της εποχής. Όσο για το μεγάλο αστέρι της ιταλικής εταιρείας, τον Surtees, έγινε ο πρώτος αναβάτης στην αγωνιστική ιστορία που κατάφερε να νικήσει στα 500 κ.εκ. (Senior TT) του Isle of Man τρεις συνεχόμενες φορές. Σε αυτές βέβαια πρέπει να προστεθεί τόσο η νίκη του στην ίδια κατηγορία το 1956, όσο και οι δύο επίσης συνεχόμενες το 1958 και το 1959 στα 350 κ.εκ. (Junior TT) του θρυλικού αγώνα. Ύστερα από 32 νίκες σε 39 αγώνες, μέσα σε μια τριετία, δεν υπήρχε σημαντικότερος οδηγός από αυτόν στον κόσμο των δύο τροχών. Ωστόσο, ακόμη μια μεγάλη πρόκληση βρισκόταν μπροστά του κι εκείνος δε δίστασε να την αποδεχτεί. Ύστερα από επτά παγκόσμια πρωταθλήματα μοτοσικλέτας και έξι νίκες στο Isle of Man TT o John άλλαξε επίπεδο και μεταπήδησε στους αγώνες αυτοκινήτου.

Ο Surtees πήρε το βάπτισμα του πυρός στην κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού σε ηλικία 26 χρόνων, στο cockpit μιας 4κύλινδρης Lotus 18, στο Grand Prix του Μοnaco. To πρώτο καλό αποτέλεσμα ήρθε στον δεύτερο μόλις αγώνα του, στο αυτοκινητοδρόμιο του Silvestone, όπου τερμάτισε στη δεύτερη θέση πίσω από το Cooper-Climax του Jack Brabham. Η τρίτη του συμμετοχή, στο Grand Prix Πορτογαλίας, του έφερε την πρώτη του pole-position. Δε χρειαζόταν τίποτε περισσότερο για να καταλάβουν όλοι πως ο πρώην πρωταθλητής μοτοσικλέτας ήταν οδηγός μεγάλου διαμετρήματος, ικανός να πρωταγωνιστήσει και στη Formula 1. Oι δύο επόμενες περίοδοι μπορούν να χαρακτηριστούν μεταβατικές γι αυτόν, καθώς το 1961 οδήγησε το όχι ιδιαίτερων αξιώσεων Cooper-Climax T53 της Yeoman Credit Racing Team και το 1962 την οκτακύλινδρη Lola MK4 της Bowmaker Racing Team, η οποία ήταν μεν ταχύτατη, όχι όμως όσο αξιόπιστη χρειαζόταν για να φέρει αποτελέσματα. Το κάλεσμα της Scuderia Ferrari το 1963 ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν, προκειμένου να πρωταγωνιστήσει. Βέβαια, η γερασμένη 156 δεν ήταν σε θέση να τα βάλει με την νεότατη Lotus 25 του Jim Clark, που ήταν το πρώτο μονοθέσιο στην ιστορία της F1 με αυτοφερόμενο αμάξωμα. Το πρωτάθλημα κατακτήθηκε με άνεση από τον Σκοτσέζο, όμως εκείνος κέρδισε την πρώτη του νίκη στο θεσμό και μάλιστα στο επιβλητικό περιβάλλον του Nurburgring των 22 χιλιομέτρων. Το 1964 οι συσχετισμοί άλλαξαν, καθώς η BRM P261 και η Brabham BT7 προέβαλλαν ισχυρή αντίσταση στη Lotus, βοηθούσης και της οκτακύλινδρης Ferrari 158. Ο Jim Clark έχασε το πρωτάθλημα των οδηγών, από ένα σερί διαδοχικών εγκαταλείψεων στο δεύτερο μισό της αγωνιστικής περιόδου, όμως αυτό δεν κατέληξε ούτε στον μεγάλο αντίπαλό του, τον Graham Hill της BRM: Αυτός που γέλασε τελευταίος ήταν ο John Surtees, o o οποίος με δύο νίκες στο Nurburgring και στη Μοnza αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, με ένα μόλις βαθμό διαφορά από τον πιλότο της British Racing Motors. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν ασφαλώς και οι τερματισμοί του στη δεύτερη θέση των δύο τελευταίων αγώνων της περιόδου, στις ΗΠΑ και στο Μεξικό. Παράλληλα, η Ferrari κέρδισε τον τίτλο στους κατασκευαστές, με τρεις βαθμούς διαφορά από την BRM. Ήταν η πρώτη φορά που ένας παγκόσμιος πρωταθλητής μοτοσικλέτας κατακτούσε το παγκόσμιο πρωτάθλημα της Formula 1 και, ως σήμερα, παραμένει η τελευταία. Όσο για τη Ferrari χρειάστηκε να περάσουν 11 χρόνια για να επαναλάβει την επιτυχία του 1964, αφού οι επόμενοι παγκόσμιοι τίτλοι της κερδήθηκαν το 1975 από τον Νiki Lauda και την 312Τ.

Το 1965 ήταν μια ρηχή χρονιά για τον Surtees και τη Ferrari, καθώς νίκες δεν προέκυψαν και ο Jim Clark με τη Lotus 33 αποδείχθηκε ένας ακαταμάχητος πρωταθλητής. Στις 25 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο John είχε ένα άσχημο ατύχημα στο Mosport, κατά τη διάρκεια δοκιμών με τη Lola T70, που επρόκειτο να λάβει μέρος στη νέα σειρά αγώνων Canadian-American (Can-Am). Oι περιστάσεις ήταν δύσκολες, ωστόσο εκείνος συνήλθε γρήγορα και με τρεις νίκες σε έξι αγώνες (Mont Tremblant, Riverside, Las Vegas) κέρδισε το 1966 με τη Lola το νεοσυσταθέν πρωτάθλημα. Αντίπαλοί του σε αυτό, οι καλύτεροι της εποχής: Dan Gurney και Mark Donohue (Lola), Phil Hill (Chaparral), Bruce McLaren και Chris Amon (McLaren). Στο στρατόπεδο της Formula 1 όμως τα πράγματα ήταν διαφορά, αφού οι νέοι κανονισμοί που αύξαναν τη χωρητικότητα των κινητήρων από τα 1.5 στα 3 λίτρα, άλλαξαν τους συσχετισμούς. Το πρώτο μήνυμα για τη νέα τάξη πραγμάτων ήρθε στο BRDC International Trophy του Silverstone, όπου η νέα Ferrari V12 με τον Surtees στο τιμόνι έφθασε στον τερματισμό δεύτερη, πίσω από την τρίλιτρη BT19 του Jack Brabham. Παρά ταύτα ο Βρετανός με τη νίκη του στο Βέλγιο ήταν μέσα στη μάχη του πρωταθλήματος, ώσπου μία εβδομάδα μετά το θρίαμβο στο Spa να έλθει το απρόβλεπτο διαζύγιο με τη Ferrari, στις παραμονές των 24 ωρών του Μαν: O John δεν ήταν μέσα στο team των οδηγών της ομάδας που θα συμμετείχαν στον αγώνα, με τη Scuderia να δικαιολογεί την απόφασή της λέγοντάς του πως ίσως να μην έπρεπε, λόγω του ατυχήματός του στο Mosport. Ο εγωισμός του Βρετανού δεν του επέτρεψε να το ανεχτεί αυτό, με αποτέλεσμα την άμεση αποχώρησή του από την ομάδα. Παράλληλα, δεν έμεινε με τα χέρια σταυρωμένα, κλείνοντας συμφωνία να οδηγήσει μέχρι το τέλος της περιόδου τα μονοθέσια της Cooper-Maserati. Στον επίλογο του πρωταθλήματος στο Μεξικό θα πρέπει να αισθάνθηκε δικαιωμένος, αφού κέρδισε τον αγώνα με το Τ81, ολοκληρώνοντας τη χρονιά στη δεύτερη θέση της τελικής βαθμολογίας. Πολλοί λένε πως θα μπορούσε να φθάσει σε έναν ακόμη τίτλο αν έμενε στη Ferrari, όμως αυτό μάλλον δεν είναι σωστό, αφού τα Brabham-Repco ήταν πολύ μπροστά σε απόδοση και σε αποτελέσματα.

Στα πλαίσια της αγωνιστικής περιόδου του 1967 μεγάλη αίσθηση προκάλεσε η είδηση πως ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 1964 θα οδηγούσε για τους Ιάπωνες. Το νέο «αστέρι» της Honda μπορεί να είχε δύσκολη προσωπικότητα, όμως αξιοποίησε καλά το αυτοκίνητο με μια σειρά θετικών αποτελεσμάτων. Κορυφαία στιγμή του το Ιταλικό Grand Prix στη Monza, όπου κέρδισε μια απίστευτη νίκη με την αναβαθμισμένη «RA 300» στην πρώτη της εμφάνιση (στην εξέλιξη αυτού του αυτοκινήτου είχε μεγάλη συμμετοχή και ο ιδρυτής της Lola Eric Broadley). Στους τελευταίους γύρους εκείνου του αγώνα ο Surtees βρισκόταν στην τρίτη θέση, όταν ο Clark έχοντας ξεμείνει από καύσιμα αναγκάστηκε να παραχωρήσει την κορυφή στον Brabham. Ο οδηγός της Ηonda στον τελευταίο γύρο της αναμέτρησης προσπέρασε τον Αυστραλό στην «Parabolica» και του πήρε τη νίκη μέσα από τα χέρια, με διαφορά μόλις 0,2 δευτερόλεπτα, από τις μικρότερες που έχουν σημειωθεί στην ιστορία της F1. Τις μεγαλύτερες υποσχέσεις για επιτυχίες το 1968 έδινε η «RA 302» με το νέο αερόψυκτο V8 κινητήρα, με ισχύ που σύμφωνα με τη Ηonda έφθανε έως και τους 430 ίππους, οι οποίοι ήταν οι περισσότεροι του ανταγωνισμού. Η ώρα για τον πρώτο της αγώνα έφθασε στο Γαλλικό Grand Prix στην πίστα της Rouen les Essarts, όπου αποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο είχε πολλά προβλήματα και δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Ο Surtees, αφού το οδήγησε για ελάχιστους γύρους στις ελεύθερες δοκιμές, το έφερε πίσω στα pits και αρνήθηκε να το χρησιμοποιήσει στον αγώνα χαρακτηρίζοντάς το «επικίνδυνο». Στη Honda αποφάσισαν να μη τα παρατήσουν και να αναζητήσουν άλλον οδηγό για την περίσταση. Ο 40χρονος Jo Schlesser, πρωταθλητής στη Γαλλική Formula Junior την περίοδο 1962-1963, δέχτηκε να αντικαταστήσει τον Surtees θεωρώντας το γεγονός ως μια ευκαιρία να αναδειχθεί στη Formula 1. Δυστυχώς όμως για όλους, ο πολύπειρος πρωταθλητής δικαιώθηκε και οι φόβοι του αποδείχθηκαν αληθινοί: Στον τρίτο γύρο και στην είσοδο μιας γρήγορης δεξιάς στροφής κάτι πήγε λάθος και η «RA 302» διαλύθηκε με βιαιότητα στο ανάχωμα, παίρνοντας αμέσως φωτιά και μη αφήνοντας κανένα περιθώριο επιβίωσης στο Schlesser. Το δυσάρεστο συμβάν ακύρωσε όλα τα σχέδια για την περαιτέρω ανάπτυξη του αερόψυκτου V8, ενώ και η μοναδική «RA 302» είχε καταστραφεί στον αγώνα και δεν υπήρχε πλέον. Ως ένα βαθμό, τα γεγονότα της Γαλλίας επηρέασαν και την απόφαση της ιαπωνικής εταιρείας να αποσυρθεί από τη Formula 1 στη λήξη εκείνης της περιόδου. Για τη συνέχεια του πρωταθλήματος του 1968 οι Ιάπωνες χρησιμοποίησαν τη «RA 301» με τον γνωστό και δοκιμασμένο V12 κινητήρα, στης οποίας το τιμόνι ο Surtees τερμάτισε δεύτερος στη Γαλλία και τρίτος στην Αμερική.

To 1969 o Bρετανός αγωνίστηκε με τα χρώματα της BRM, στο cockpit της Ρ139. Eκείνο το μονοθέσιο όμως δεν ήταν και ό,τι καλύτερο, όπως έδειξαν και οι μόλις 6 βαθμοί που αποκόμισε ο Surtees στο πρωτάθλημα οδηγών εκείνης της χρονιάς. Το ενδιαφέρον του John όμως είχε ήδη αρχίσει να μετατοπίζεται προς άλλους τομείς, κάτι που έγινε χειροπιαστό όταν στις αρχές του 1970 ανακοίνωσε την ίδρυση της δικής του αγωνιστικής ομάδας. Η Surtees Racing Organisation δραστηριοποιήθηκε στα πρωταθλήματα της Formula 1, της Formula 2 και της Formula 5000. O ίδιος οδήγησε το μονοθέσιο της Formula 1 για τρεις αγωνιστικές περιόδους (1970, 1971, 1972) κερδίζοντας κάποιους βαθμούς, όμως τίποτε περισσότερο. Στα τέλη του 1972 αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, αφού πια είχε φθάσει ο καιρός (στην τελευταία του συμμετοχή -στο Watkins Glenn- δεν προκρίθηκε καν στον αγώνα, αφού η επίδοση που σημείωσε στη διαδικασία των χρονομετρημένων δοκιμών δεν του το επέτρεψε). Την ίδια χρονιά η ομάδα του έφθασε στις μεγαλύτερες επιτυχίες της, κατακτώντας το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Formula 2 με τον Mike Hailwood (Surtees TS 10 Ford) και το Bρετανικό Πρωτάθλημα Formula 5000 με τον Gijs van Lennep (Surtees TS 11 Chevrolet). Πέντε χρόνια αργότερα ο Tony Trimmer κέρδισε το Bρετανικό Πρωτάθλημα Formula 1, με Surtees TS 19 Ford. Στην κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού η νίκη σε πρωταθληματικό αγώνα δεν ήρθε ποτέ και η Surtees αποσύρθηκε από το προσκήνιο το 1978, έχοντας κερδίσει το σεβασμό όλων στο θίασο της Formula 1.

Το 1996 ο John Surtees συμπεριλήφθηκε στο Hall of Fame του διεθνούς Motorsport, ενώ το 2003 η Παγκόσμια Ομοσπονδία της Μοτοσικλέτας τον ανακύρηξε θρύλο των Grand Prix. Δέκα χρόνια αργότερα τιμήθηκε παραλαμβάνοντας το Segrave Trophy, με την αιτιολογία ότι είναι ο μόνος που κατάφερε να κατακτήσει παγκόσμιο τίτλο τόσο στους δύο, όσο και στους τέσσερις τροχούς.

PALMARES


ΝΙΚΕΣ

Στα 250 cc: 1 (1955)

Στα 350 cc: 15 (1956:1, 1958:6, 1959:6, 1960:2)

Στα 500 cc: 22 (1956:3, 1957:1, 1958:6, 1959:7, 1960:5)

Στο Can-Am: 4 (1966:3, 1967:1)

Στη Formula 1: 6 (1963:1, 1964:2, 1966:2, 1967:1)


ΤΙΤΛΟΙ

Παγκόσμιο Πρωτάθλημα 350 cc: 1958-1959-1960

Παγκόσμιο Πρωτάθλημα 500 cc: 1956-1958-1959-1960

Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Formula 1: 1964

Πρωτάθλημα Canadian-American: 1966


EΞΩΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΝΙΚΕΣ

1964 Syracuse GP: Ferrari 158

1965 Oulton Park Gold Cup: Lola T60 Cosworth

1966 Syracuse GP: Ferrari 312

1967 F2 Zolder: Lola T100 Cosworth

1970 Oulton Park Gold Cup: Surtees-Cosworth

1971 Oulton Park Gold Cup: Surtees-Cosworth

Περισσότερες φωτογραφίες:
Ετικέτες: