Μπορεί οι δεινόσαυροι να έχουν εξαφανιστεί, όχι όμως και ένα τετράτροχο ισοδύναμό τους διά χειρός Ford, που έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις αμμουδερές εκτάσεις του Μαρόκου.

Στην γκάμα της Ford μπορεί να βρει κανείς επιβατικά, επαγγελματικά οχήματα, καθώς και σπορ ή αγωνιστικές κατασκευές. Τίποτε από αυτά όμως δε μοιάζει και δε συγκρίνεται με το Raptor (το ευρωπαϊκό), εκτός ίσως από ένα άλλο Raptor (το αμερικάνικο). Επειδή όμως άρχισαν να μαζεύονται πολλοί δεινόσαυροι, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο πλαίσιο ενός γενικότερου νοικοκυρέματος της γκάμας, όλες οι σπορ κατασκευές της εταιρείας ομαδοποιήθηκαν κάτω από την ομπρέλα Ford Performance. Έτσι δημιουργήθηκε μια προϊοντική πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας δε θα μπορούσε να βρίσκεται κάτι άλλο από το μοναδικό Ford GT, ενώ η βάση αποτελείται από τις άφθονες εκδόσεις ST-Line του κάθε μοντέλου. Λίγο χαμηλότερα από την κορυφή, πλάι σε μοντέλα όπως το Focus RS και τη Mustang GT 500, τοποθετείται το Raptor.
Μέχρι σήμερα υπήρχε μόνο το αμερικανικό Raptor, που βασιζόταν στο F150 (πρωτοπαρουσιάστηκε το 2009, με τη δεύτερη γενιά να ακολουθεί το 2017) και ήταν μια σπορ σκληροτράχηλη εκδοχή εμπνευσμένη από τους αγώνες Αντοχής Baja. Τώρα, όμως, όσοι κατοικούν σε αυτήν την πλευρά του Ατλαντικού μπορούν να έχουν το δικό τους Raptor, που βασίζεται στο Ranger.

Η τερατογένεση
Όταν προστίθενται πόντοι σε ένα αμάξωμα, τότε αυτό απλώς γίνεται μεγαλύτερο. Όταν όμως κάτι τέτοιο γίνεται στο διπλοκάμπινο αμάξωμα ενός Ranger, τότε το αποτέλεσμα είναι πραγματικά θηριώδες. Το χαρακτηριστικότερο σημείο αφορά τα μετατρόχια, όπου συνήθως μιλάμε για μικροαλλαγές μερικών μόνο χιλιοστών.
 Εδώ ωστόσο οι μηχανικοί της Ford προσέθεσαν από 150(!) χλστ. σε κάθε άξονα, με αποτέλεσμα το πλάτος να ξεπερνά τα 2 μέτρα, όταν το μήκος πλησιάζει τα 5,4 μ. και το ύψος τα 1,9 μ. Για τις δύσκολες εκτός δρόμου αποστολές που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο «Ράπτορας», μεγάλωσαν οι διαδρομές της ανάρτησης (32% εμπρός και 18% πίσω), η απόσταση από το έδαφος αυξήθηκε στα 283 χλστ. (κατά 51 χλστ. σε σχέση πάντα με το Ranger), το βάθος διέλευσης από νερό φτάνει πλέον τα 850 χλστ., ενώ οι «ξυρισμένοι» προφυλακτήρες (που στηρίζονται απευθείας στο πλαίσιο) έχουν αυξήσει τις γωνίες προσέγγισης και διαφυγής. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει με ιδιοκατασκευές που προορίζονται για αγώνες trial, μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εξ ολοκλήρου εργοστασιακή κατασκευή.
Αφού λοιπόν έγιναν οι κατάλληλες ενισχύσεις στο ξεχωριστό τύπου σκάλας πλαίσιο (κυρίως στα εμπρός ράμφη και στα σημεία έδρασης της ανάρτησης), τροποποιήθηκε ο πίσω άκαμπτος άξονας με τα πέντε σημεία στήριξης, στον οποίο προστέθηκε ένας σύνδεσμος Watt, αντικαταστάθηκαν τα ημιελλειπτικά φύλλα σούστας με coilover ελατήρια, ενώ εμπρός βρίσκονται διπλά ψαλίδια με ανισομεγέθεις αλουμινένιους βραχίονες. Τα αγωνιστικού τύπου αμορτισέρ 2,5' με internal bypass προέρχονται από τη Fox, ενώ στους τροχούς των 17 ιντσών τοποθετούνται ελαστικά παντός εδάφους της BF Goodrich.
Στον κινητήρα, η Ford προσπάθησε να αποφύγει τις υπερβολές. Μπορεί το αμερικανικό αδελφάκι να τροφοδοτείται από θηριώδεις V βενζινοκινητήρες (το πρώτο είχε έναν V8 6,2 λίτρων 416 ίππων, ενώ στο μοντέλο του 2017 τοποθετήθηκε ο V6 που υπάρχει και στο Ford GT), όμως στα μέρη μας κάτι τέτοιο θα ήταν απαγορευτικό λόγω ρύπων, ενώ και η κατανάλωση θα απευθυνόταν μόνο σε όσους αντιλαμβάνονται τι εστί... γαλόνι. Για αυτό και επιλέχθηκε η λύση ενός 2λιτρου 4κύλινδρου ντίζελ, τον οποίο είχαμε συναντήσει παλιότερα σε ένα Mondeo Vignale. Το σύνολο αυτό με τη χρήση δύο τούρμπο (χαμηλής και υψηλής πίεσης) αποδίδει 213 ίππους και, το κυριότερο, 500 Nm ροπής.
Σε ό,τι αφορά το κιβώτιο, πάντως, διατηρήθηκε η αμερικανική λογική (κάτι που ισχύει και για τη μάσκα με το εξόφθαλμο λογότυπο), και έτσι το Raptor είναι το μοναδικό Ranger που φοράει το αυτόματο κιβώτιο των 10 σχέσεων που πρωτοείδαμε στη Mustang. Μπορεί τα 10,5 δλ. για τα 0-100 χλμ./ώρα να μην είναι μια εντυπωσιακή τιμή για μια τέτοια performance κατασκευή, από την άλλη όμως το θηρίο των 2,5 τόνων με την αναπόφευκτα κακή αεροδυναμική του, σύμφωνα με τον κατασκευαστή, αρκείται στα 8,9 λίτρα/100 χλμ. μικτής κατανάλωσης και στα 233 γρ./χλμ. για τις εκπομπές CO2.
Φυσικά, εξίσου σημαντικό είναι και το σύστημα μετάδοσης, το οποίο προσφέρει τρεις επιλογές: high range με κίνηση στους πίσω ή στους τέσσερις τροχούς, καθώς και low range τετρακίνηση, ενώ υπάρχει και δυνατότητα κλειδώματος του πίσω διαφορικού. Από εκεί και πέρα, το σύστημα Terrain Management προσαρμόζει τη λειτουργία κινητήρα-κιβωτίου, καθώς και των ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου της πρόσφυσης και της ευστάθειας στις εκάστοτε συνθήκες. Υπάρχουν έξι προγράμματα οδήγησης: Normal και Sport για την άσφαλτο, Gravel, Mud και Rock για εκτός δρόμου, ενώ το πλέον ενδιαφέρον είναι το πρόγραμμα Baja, για γρήγορη εκτός δρόμου οδήγηση. Η «αρματωσιά» ολοκληρώνεται από τα εμπρός συνθετικά φτερά, τις προστατευτικές ποδιές για τον κινητήρα και το κιβώτιο, ενώ στο εμπρός μέρος η μεταλλική πλάκα παραπέμπει περισσότερο σε θωράκιση, με το πάχος της να φτάνει τα 2,3 χλστ.

Παιχνίδια στην άμμο (και όχι μόνο)
Όταν προέρχεσαι από τον άστατο ελληνικό Μάιο, θα έλεγε κανείς ότι είσαι συνηθισμένος στις καιρικές μεταπτώσεις. Ακόμα και έτσι, όμως, οι εναλλαγές θερμοκρασίας είναι πολλές για ένα πρωινό, αφού από τους 20° C της Αθήνας, βρεθήκαμε στους περίπου 10 βαθμούς στο Παρίσι, ενώ από εκεί, φτάνοντας κατευθείαν στην παραλιακή πόλη της Εσαουίρα, είχαμε την εντύπωση ότι η έντονη υγρασία έκανε τη θερμοκρασία να μοιάζει με αρκετά πάνω από τους 30° C.
Το πρόγραμμα είναι αρκετά πιεσμένο, και δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Τα αυτοκίνητα μας περιμένουν στο πάρκινγκ του αεροδρομίου και η μοναδική επιλογή αφορά τα δύο χρώματα στα οποία εν προκειμένω είναι διαθέσιμο το Raptor. Το performance blue είναι πιο αντιπροσωπευτικό για όχημα της Ford και «γράφει» καλύτερα στις φωτογραφίες, αν και το conquer grey είναι πιο εντυπωσιακό για αυτό το αυτοκίνητο, χάρη και στα (έξτρα) αυτοκόλλητα, παρόλο που δεν αναδεικνύεται στο συγκεκριμένο περιβάλλον.
Οι πρώτες εντυπώσεις καταγράφονται στην άσφαλτο. Οι αλλαγές στην ανάρτηση έχουν υποτονίσει τα «φορτηγίσια» χαρακτηριστικά της κατασκευής από την οποία προέρχεται. Το τιμόνι είναι πολύστροφο και με αρκετά αποκομμένη αίσθηση (προκειμένου να μη μεταφέρονται έντονοι κραδασμοί στα χέρια του οδηγού), αλλά δεν ενοχλεί. Η έκπληξη όμως έρχεται από την ανάρτηση, η οποία, αν και προσανατολισμένη στην εκτός δρόμου χρήση, τα καταφέρνει περίφημα στην άσφαλτο. Το μυστικό βρίσκεται στο σύστημα position damping των αμορτισέρ, τα οποία στο μέσον της διαδρομής τους έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά απόσβεσης από ό,τι όταν πλησιάζουν στη μέγιστη θέση έκτασης ή συμπίεσης. Ο πίσω άξονας δεν παράγει αξιοσημείωτες ταλαντώσεις, σπάνια αναπηδά στις ανωμαλίες, ενώ οι απόλυτα ελεγχόμενες κλίσεις καταλαβαίνεις ότι προέρχονται από τις μεγάλες διαδρομές της ανάρτησης, και όχι από κάποιες μαλακές ρυθμίσεις. Για αυτό και όταν ανεβάζεις ρυθμό το Raptor δε δείχνει να δυσανασχετεί.
Δεν αργούμε να φτάσουμε στο πρώτο κομμάτι εκτός δρόμου της προσχεδιασμένης διαδρομής, το οποίο είναι ένας ομαλός χωματόδρομος, αλλά με πολλές πέτρες. Αν δεν ήταν ο άνθρωπος της οργάνωσης που μας είπε να επιλέξουμε το πρόγραμμα Gravel και το 4H στην τετρακίνηση (πρέπει πρώτα να μπει νεκρά στο κιβώτιο), τότε ίσως και να μην αντιλαμβανόμασταν ότι οι θηριώδεις τροχοί πατούσαν πλέον σε άλλη επιφάνεια. Αργότερα ξαναβγαίνουμε στην άσφαλτο, αυτήν τη φορά όμως σε επαρχιακό δίκτυο, το οποίο αποτελείται από μία ασφαλτοστρωμένη λωρίδα χωρίς κάποια διαγράμμιση, που πλαισιώνεται σε αρκετά σημεία εκατέρωθεν από χωμάτινα περιθώρια.
 Αν διασταυρωθείς με οτιδήποτε (από τετράποδους κουβαλητές και παιδιά με ποδήλατα μέχρι ημιφορτηγάκια και λεωφορεία), τότε είναι αναπόφευκτο, με ένα όχημα πλάτους 2.182 χλστ. (μαζί με τους καθρέφτες), το να βγεις στο χώμα, αν δε θέλεις να μπεις σε περιπέτειες.
Οι καλύτερες περιπέτειες όμως βρίσκονται λίγο πιο κάτω. Έπειτα από μία σύντομη αλλά ιδιαίτερα κακοτράχαλη διαδρομή με χωνευτά βράχια (μόνη έγνοια είναι από πού θα κρατηθείς για να μην κοπανιέσαι, μιας και τίποτε δε φαίνεται ότι μπορεί να προβληματίσει τον «ράπτορα»), ακολουθούν οι πολυπόθητοι αμμόλοφοι και οι ατελείωτες παραλίες, που κατακλύζονται από τα νερά (και τα απορρίμματα) του Ατλαντικού.
Πολυπόθητοι, γιατί σπάνια έχεις την ευκαιρία να οδηγήσεις σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πόσω μάλλον με ένα όχημα που σου δίνει την ευκαιρία να μη σηκώνεις το πόδι από το γκάζι. Για αυτές τις περιπτώσεις είναι το πρόγραμμα Baja, όπου το ESP βγαίνει εκτός, και μόνο το traction διατηρεί κάποια παρεμβατικότητα, ενώ ανάλογα με την περίσταση επιλέγεις τη μετάδοση της κίνησης (για τα πολύ δύσκολα υπάρχει και το μπλοκάρισμα του πίσω διαφορικού). Το μυστικό εδώ είναι να διατηρείς τη φόρα σου, να αποφεύγεις υπάρχουσες ροδιές (που στην προκειμένη περίπτωση ήταν αμέτρητες) και να προσέχεις τα χασίματα, αφού μπορεί να ακολουθεί μικρό αλματάκι ή ατελείωτο γκρέμι.
Στη flat παραλία, με τα λάστιχα μισοβυθισμένα και την κοιλιά να σέρνεται στην άμμο, είναι από τις ελάχιστες φορές που αποζητάς περισσότερη δύναμη από τον κινητήρα, ο οποίος, παρά το Active Noise Cancelling από τα ηχεία στην καμπίνα, παραδόξως ακούγεται σαν V6, παρά σαν άχρωμος κροταλιστός πετρελαιοφάγος.
Μπορεί τα σχεδόν 56.000 ευρώ να φαίνονται πολλά για ένα 2λιτρο ντίζελ ημιφορτηγό, τελικά όμως το Raptor είναι κάτι πολύ παραπάνω από αυτό, με μπόνους τα βλέμματα θαυμασμού που προκαλεί στο πέρασμά του. Σκεφτείτε ότι ήδη έχει πουληθεί περίπου το ένα τρίτο από τα συνολικά 60 αντίτυπα που προορίζονται για την ελληνική αγορά._ Σ. Τ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 ΜΑΪΟΥ 2019 ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ: FORD RANGER RAPTOR ΟΔΗΓΟΙ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΑΝΤΙΛΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΣΑΟΥΙΡΑ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ: 400


FORD RANGER RAPTOR
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ: 1.996 κ.εκ.
ΜΕΓ. ΙΣΧΥΣ: 213 ίπποι/3.750 σ.α.λ.
ΜΕΓ. ΡΟΠΗ: 500 Nm/1.750 σ.α.λ.
KΙΒΩΤΙΟ: Αυτόματο 10 σχέσεων
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
ΕΜΠΡΟΣ: Διπλά ψαλίδια
ΠΙΣΩ: Άκαμπτος άξονας με coilover ελατήρια
ΔIAΣTAΣEIΣ
MHK.xΠΛ.xYΨ.: 5.374x2.028x1.873 χλστ.
METAΞONIΟ: 3.220 χλστ.
BAPOΣ: 2.510 κιλά
ΩΦΕΛΙΜΟ ΦΟΡΤΙΟ: 620 κιλά
ΕΛΑΣΤΙΚΑ: 285/70 - 17
ΦΡΕΝΑ Ε/Π: Αεριζόμενοι δίσκοι 332 χλστ.
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ*
0-100 ΧΛΜ./ΩΡΑ: 10,5 δλ.
ΤΕΛΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ: 170 χλμ./ώρα
ΜΙΚΤΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: 8,9 λτ./100 χλμ.
ΕΚΠΟΜΠΗ CO2: 233 γρ./χλμ.
ΤΙΜΗ: 55.800 ευρώ

*ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ

Εσαουίρα
Παλιότερα ονομαζόταν «Μόγκατορ». Βρίσκεται στις ακτές του Βόρειου Ατλαντικού και υπάγεται στην οικονομική περιοχή Μαρακές-Σάφι του Δυτικού Μαρόκου. Ολόκληρη η μεντίνα (το οχυρωμένο κέντρο δηλαδή) της Εσαουίρα έχει ανακηρυχθεί από το 2001 μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, συμπεριλαμβανομένων των παραθαλάσσιων προπυργίων και του πολυσύχναστου ψαρολιμένα. Στην Εσαουίρα, μάλιστα, έχουν γίνει γυρίσματα για το Game of Thrones, την επική ταινία «Αλέξανδρος» του 2004, αλλά και το τελευταίο μέρος της τριλογίας John Wick.