22 Αυγ 2016

Σπύρος Γιαννιώτης

«Ο αθλητής δε φαίνεται όταν κερδίζει, φαίνεται όταν χάνει»

Είναι προσηνής και διατηρεί χαμηλούς τόνους, παρά τις τεράστιες επιτυχίες του στον υγρό στίβο. Ο Σπύρος Γιαννιώτης θα μπορούσε με ευκολία να κατακτήσει και το παγκόσμιο πρωτάθλημα του αθλητή της... διπλανής πόρτας.

Για τους περισσότερους η θάλασσα είναι συνυφασμένη με τις διακοπές. Ποια είναι η δική σου σχέση;

Πρώτα έμαθα να κολυμπάω και μετά να περπατάω! Το χωριό μου είναι στην Κέρκυρα, στον Κάβο, οπότε ήμουν όλη μέρα στην παραλία, ατελείωτες ώρες στο νερό από μικρός. Η ζωή μου ήταν συνυφασμένη με το στοιχείο του, αλμυρού κυρίως, νερού. Η μάνα μου ήταν, όμως, κολυμβήτρια και με έβαλε στην πισίνα και κάπως έτσι ξεκίνησε η πορεία μου στο χώρο. Επέλεξα να φύγω, γιατί είχα μεγάλες βλέψεις και όνειρα, και στην Κέρκυρα -και στην επαρχία γενικότερα- μπορείς να φτάσεις μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο. Βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν το ’99 ήρθα στην Αθήνα. Η πορεία μου ήταν έκτοτε σταθερά ανοδική στην πισίνα, μέχρι το 2005 που ήταν ένα κομβικό σημείο: Σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να σταματήσω. Εκείνη την εποχή το open water ήταν να γίνει ολυμπιακό αγώνισμα και το συζητούσα. Το 2007 πήρα την απόφαση και κολύμπησα στη Μελβούρνη, πήρα την 3η θέση στο 5άρι (σ.σ: 5 χλμ.), γεγονός που μου έδωσε ένα κίνητρο να συνεχίσω.

Γιατί, όμως, σκεφτόσουν να σταματήσεις;

Ήξερα πολύ καλά μέχρι ποιο σημείο μπορώ να φτάσω και δεν μπορούσα να φανταστώ το εαυτό μου χωρίς διακρίσεις. Δεν ήθελα να κολυμπάω για να κολυμπάω. Ήθελα να κολυμπάω για να διακριθώ! Ήμουν, όμως, και ρεαλιστής: Είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν νεότεροι αθλητές σε παγκόσμιο στάνταρντ, εγώ είχα φτάσει να είμαι 5ος στην Ολυμπιάδα. Ήταν πολύ καλά, αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να φτάσω πολύ ψηλότερα. Το ξέρω, είναι λίγο ακραίο αυτό που λέω, αλλά είμαι «ή όλα ή τίποτα». Μπήκα σε κάτι πολύ καινούργιο, ήταν σαν να μπήκα στο νερό πρώτη φορά και αμέσως άρχισα να κάνω διακρίσεις. Σιγά σιγά προχώρησα, και για την Ολυμπιάδα του 2008 είχα μεγάλες προσδοκίες, αλλά τελικά απογοητεύτηκα, γιατί είχα... την καούρα να είμαι στο βάθρο. Ξέρεις, όταν αφοσιώνεσαι 100% στην προπόνηση, κολυμπάς 20-22 χλμ. την ημέρα, δεν μπορείς να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι από την κούραση, τρως και πέφτεις κατευθείαν για ύπνο για πολύ μεγάλη περίοδο και -ενώ έχεις ψυχολογία νικητή- πας χάλια στον αγώνα. Ε, είναι μια πολύ οδυνηρή εμπειρία. Μαθαίνεις, όμως. Ο αθλητής δε φαίνεται όταν κερδίζει, φαίνεται όταν χάνει. Και νομίζω ότι δούλεψε καταλυτικά αυτό σε εμένα. Έχω φτάσει σήμερα, ύστερα από κάποιες διακρίσεις, να είμαι 1ος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Σανγκάης και να διεκδικώ με αξιώσεις του χρόνου μια πολύ καλή διάκριση στην Ολυμπιάδα. Πράγμα που επιβεβαιώνει πως όλη αυτή η προσπάθεια τόσα χρόνια δεν ήταν άκαρπη.

Αυτό ένιωσες όταν πήρες το χρυσό στη Σανγκάη; Την επιβεβαίωση των κόπων σου;

Ακριβώς. Άλλο να το πιστεύεις και άλλο να το πραγματοποιείς. Το πίστευα, το έλεγα, αλλά πάντα έχεις και κάποιες αμφιβολίες. Επιβεβαιώνεις, λοιπόν, και στον εαυτό σου ότι μπορείς να τα καταφέρεις και ότι τελικά το 2008 είχα 3 χρόνια λιγότερη εμπειρία, 3 χρόνια λιγότερη ωριμότητα. Τέλος πάντων, τώρα είμαι πολύ πιο συνειδητοποιημένος για το τι πρέπει να κάνω.

Άρα, έχεις κερδίσει και πάρα πολύ σε αυτοπεποίθηση;

Πάρα πολύ. Όταν είσαι νικητής ή όταν διαπρέπεις σε πολύ υψηλό επίπεδο, έχεις και μεγάλη αυτοπεποίθηση. Αυτά πάνε μαζί. Ωστόσο, είναι μια ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί. Με μια λάθος σκέψη μπορεί να πάει περίπατο η αυτοπεποίθηση. Γι’ αυτό προσπαθώ πάντα να νιώθω σίγουρος μεν, χωρίς την υπερβολή δε. Προσπαθώ να κρατήσω χαμηλούς τόνους, δε θα σου πω ποτέ ότι «πάω για χρυσό». Και μόνος μου να κολυμπάω δε θα το πω αυτό, θα πω «πάω για το καλύτερο». Δεν είναι ότι κρατάς «πισινή», έτσι είμαι ως άνθρωπος, ως χαρακτήρας.

Ίσως και για να μη ζορίζεις και αγχώνεις τον εαυτό σου;

Ναι, ναι, μπορεί τελικά να ’ναι κι αυτό.

Πέρα από την ψυχολογία, τι άλλο χρειάζεται κανείς για να κάνει πρωταθλητισμό;

Συζητάω πολλές φορές με φίλους για το αν ένας αθλητής γεννιέται ή γίνεται πρωταθλητής. Πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να υπάρχει το ταλέντο, αλλά γίνεται με την προσπάθεια. Πρέπει να έχεις το μυαλό, να είσαι συνειδητοποιημένος. Έτσι, αξιοποιείς όποιο ταλέντο σου δίνεται από μικρός - το να σε «πάνε» τα χέρια σου, να είσαι δυνατός, να έχεις αντοχή.

Αν το αντιστρέφαμε; Κάποιος χωρίς ταλέντο μπορεί να διακριθεί μόνο μέσω της σκληρής δουλειάς;

Ναι, γίνεται. Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι είναι τελικά το ταλέντο. Το σώμα ή το μυαλό; Δεν ξέρεις. Ιδίως σε κάποια αγωνίσματα όπως τα δικά μας, που έχεις να κάνεις με πολύ μεγάλη ψυχολογική επιβάρυνση, πρέπει να είσαι πολύ δυνατός ψυχολογικά για να είσαι νικητής. Δύο ώρες να προσπαθείς να έχεις το μυαλό σου συγκεντρωμένο και να σε καταδιώκουν 10, είναι μεγάλη υπόθεση να μπορέσεις να αντεπεξέλθεις. Δεν ξέρω... Μπορεί ο αθλητής με το καλό μυαλό να έχει τις προδιαγραφές του πρωταθλητή.

Έχεις στερηθεί κατά καιρούς πράγματα για χάρη του αθλητισμού, λόγω της προπόνησης;

Σου λένε φίλοι «πάμε να βγούμε σήμερα το βράδυ», δε βγαίνεις. «Πάμε να βγούμε το επόμενο βράδυ», δε βγαίνεις. Σε πιάνει κάποιες στιγμές το παράπονο. Εκεί, όμως, μετράει το μυαλό του αθλητή. Να μείνει ανεπηρέαστος και προσηλωμένος. Να φύγεις ένα τετραήμερο, ένα διήμερο. «Πάμε»; Πού να πάω, εγώ πρέπει να είμαι εδώ.

Την ώρα του αγώνα τι είναι αυτό που μετρά περισσότερο; Η προπόνηση, η ψυχολογία ή το κίνητρο;

Είναι ένας συνδυασμός τριών, τεσσάρων πραγμάτων. Είναι σίγουρα η προπόνηση, σίγουρα η αυτοπεποίθηση, η ωριμότητα και η τακτική. Τα δύο τελευταία είναι συγγενή. Αν ξέρεις την τακτική, αλλά δεν έχεις την ωριμότητα να την ακολουθήσεις, απλά δεν την έχεις. Πρέπει να ξέρεις πού πρέπει να ανοίξεις, πού να συγκρατηθείς, να έχεις μια σωστή αντιμετώπιση της κούρσας, έτσι ώστε να φτάσεις στα τελευταία 1.000 μ. και να νιώθεις αυτό που πρέπει να νιώθεις. Το να νιώθεις 9 χλμ. νικητής και το τελευταίο 1.000άρι να σου φύγει, έχεις βγει τελευταίος. Το έχω πάθει! Πολλές φορές μιλάω στον εαυτό μου, τον πείθω. «Κράτα, κράτα, κράτα, μπορείς, μπορείς. Κουρασμένος, δεν πειράζει, το ’χεις νιώσει στην προπόνηση αυτό. Κάν’ το! Φύγε! Μην τον αφήσεις δίπλα σου!». Πράγματα που σε φτιάχνουν.

Η τακτική προσαρμόζεται στους αντιπάλους σου κάθε φορά;

Ναι, βέβαια. Σε σχέση με τους περισσότερους, έχω ένα αβαντάζ: Είμαι πολύ γρήγορος στο τέλος. Από την πισίνα το έχω αποκτήσει αυτό. Αν φτάσω στο τέλος και αντέχω ακόμη, μπορώ να κάνω πολύ δυνατό σπριντ, που δεν μπορούν να ακολουθήσουν οι άλλοι. Έχω σαν να λέμε μεγαλύτερη... ιπποδύναμη στο τέλος. Ξέρω πως πρέπει να φτάσω στο 9ο χλμ., να μπω μπροστά - δεν πρέπει να αφήσεις κάποιον μετά τα 9,5 χλμ. να μπει μπροστά σου, γιατί είναι αρκετά δύσκολο να τον περάσεις. Πρέπει να είσαι πολύ πιο δυνατός από τον άλλον, να μπορείς να διαγράψεις μεγάλη ακτίνα γύρω του, γιατί αλλιώς θα σε κλείσει. Στα τελευταία 500 μ. που «σπριντάρουν» όλοι εσύ πρέπει να «σπριντάρεις» διπλά. Δεν είναι αδύνατον. Αν ο άλλος είναι κουρασμένος, μπορείς να του την κάνεις. Δεν το ρισκάρεις, όμως. Πρέπει να μπεις πριν από το τελευταίο 500άρι μπροστά και να «δώσεις» μετά, για να αποφύγεις το κλείσιμο.

Αυτή είναι μια διαφορά ανοικτής θάλασσας και πισίνας. Οι υπόλοιπες;

Δεύτερη διαφορά είναι το «τζαρτζάρισμα» ή... ξύλο μπορώ να πω. Μερικές φορές πέφτει πολύ ξύλο. Κτυπήματα στο κεφάλι, αγκωνιές στην πλάτη, στα πλευρά, στα πόδια, όπου τη φας. Αν τη φας στο πρόσωπο, πονάει πολύ! Πάντα τις τρως. Προσπαθείς να φας όσο γίνεται λιγότερες.

Άλλη διαφορά είναι οι συνθήκες. Το νερό δεν είναι 27,5° C που είναι η πισίνα. Μπορεί να είναι 15° C, μπορεί 31° C. Και οι 2°-3° C στο νερό είναι σαν 10° C στο περιβάλλον. Ιδίως το κρύο νερό είναι πολύ δύσκολο. Αθλητές που είναι λεπτοί χωρίς λίπος, όπως εγώ, ζορίζονται πολύ. Μέχρι 16° C το αντέχω το νερό. Βέβαια, ψυχολογικά περνάς ένα μεγάλο σοκ. Στην κούρσα στην Πορτογαλία έλεγα συνέχεια «δεν κρυώνεις, δεν κρυώνεις». Ενώ το ένιωθα, στο στομάχι μου είχε μπει το κρύο. Ένιωθα ότι τα ζωτικά μου όργανα κρύωναν, όχι το δέρμα! Μία ώρα μετά την κούρσα με έβαλαν να υπογράψω ένα ντόπινγκ κοντρόλ και κρατούσα το στιλό με τα δύο χέρια. Είναι άθλημα δύσκολο, γιατί έχει να κάνει με τις συνθήκες, με ξύλο, τακτικές, θερμοκρασίες.

Μετά την επιτυχία σου στη Σανγκάη, νιώθεις ότι έχεις γράψει ιστορία στον ελληνικό αθλητισμό;

Δεν το σκέφτομαι έτσι. Είμαι υπερήφανος για τις διακρίσεις, και σίγουρα έχω κάποια αναγνωρισιμότητα στον αθλητικό χώρο. Συνεχίζω, όμως, βάζοντας τον πήχη πάντα ψηλότερα. Τώρα, όταν σταματήσω, μπορεί να αναπολώ και να χαίρομαι με τις επιτυχίες μου. Αυτήν τη στιγμή νιώθω απλώς πως αυτό που μου δόθηκε από μικρός το έχω αξιοποιήσει και έχω φτάσει σε ένα πολύ καλό σημείο.

Επόμενος στόχος η Ολυμπιάδα;

Ναι, έχω να κάνω και κάποιους αγώνες πριν από την Ολυμπιάδα, που αποτελούν μέρος της προετοιμασίας. Θα χρειαστεί πολύ προπόνηση μέχρι το Λονδίνο, στις 10 Αυγούστου. Μέχρι τότε υπομονή...

Νιώθεις ως αθλητής πως υπάρχει ημερομηνία λήξης σε αυτό που κάνεις;

Προσπαθείς να μην το σκέφτεσαι ακριβώς έτσι, συνήθως όμως το καταλαβαίνεις από την καθημερινότητά σου. Δεν το έχω σκεφτεί δηλαδή σαν ημερομηνία λήξης σώματος. Ημερομηνία λήξης ψυχολογίας, ναι. Άλλωστε, στο αγώνισμα που κάνω δεν πιστεύω πως το σώμα θα μου πει μια μέρα «τέλος!» Τουλάχιστον όχι έτσι απότομα. Σίγουρα μετά την Ολυμπιάδα θα κάνω ένα μεγάλο ρεπό και θα δω. Δε λέω ότι θα σταματήσω «μαχαίρι», σίγουρα όμως δε θα το κάνω όπως το κάνω τώρα, με την ίδια ένταση και αφοσίωση. Μπαίνουν και άλλες προτεραιότητες, όπως είναι η οικογένεια.

Από οικονομική άποψη τι γίνεται; Μπορείς στην Ελλάδα να είσαι επαγγελματίας αθλητής, να ζεις από το αγώνισμά σου;

Στον ερασιτεχνικό αθλητισμό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Μετά την Ολυμπιάδα της Αθήνας, που είχα βγει 5ος και 7ος στα 1.500 και 400 μ., αντίστοιχα, μου δόθηκε μια θέση στο Πολεμικό Ναυτικό, που χωρίς αυτήν θα είχα σίγουρα σταματήσει, γιατί δεν είχα άλλους οικονομικούς πόρους. Υπάρχει ο σύλλογός μου, ο Ολυμπιακός, αλλά η οικονομική βοήθεια από τους συλλόγους δεν επαρκεί για τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού υψηλού επιπέδου. Από το 2007, αφότου άρχισαν να έρχονται οι διακρίσεις, έχω και τη βοήθεια της Ομοσπονδίας. Πολλοί νομίζουν ότι ως αθλητής είσαι καλά «καβατζωμένος», αλλά ό,τι παίρνω τα δίνω για τον αθλητισμό και την καθημερινότητά μου. Παράπονο δεν έχω, αλλά σίγουρα τα πράγματα είναι δύσκολα. Δεν είμαστε αθλητές εκατομμυρίων, πληρωνόμαστε όπως οι κοινοί εργαζόμενοι. Σίγουρα, για τους αθλητές που δεν έχουν πολλές διακρίσεις αναγκαστικά έρχεται η ημερομηνία λήξης, που λέγαμε πριν, για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Έχεις σκεφτεί να ασχοληθείς αργότερα με την προπονητική;

Όχι άμεσα. Σίγουρα, όμως, θέλω να αφήσω τις γνώσεις μου σε ό,τι έχει να κάνει με το κολύμπι και το open water, γιατί πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τόσες θάλασσες σε αγώνες και να προβληθεί τουριστικά μέσα από αυτούς. Κάλλιστα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ένα, δύο αγώνες και για τους Έλληνες, γιατί και από εμένα και από τη Μαριάνα Λυμπερτά έχουν αρχίσει και εξοικειώνονται με το αγώνισμα. Έχει αρχίσει να δημιουργείται μια βάση από νέους σε ηλικία αθλητές, που δεν το βλέπουν σαν να κάνουν απλά μια βουτιά στη θάλασσα, αλλά για να κερδίσουν κάτι. Αυτή η νοοτροπία θέλω να μπει: Κάνουμε έναν αγώνα για να τον κάνουμε καλά.

Μικρός ποιον αθλητή είχες ως πρότυπο;

Όταν ήμουν στο δημοτικό, μας είχαν βάλει να γράψουμε μια έκθεση με θέμα «ποιον έχεις πρότυπο». Εγώ είχα γράψει τον Κίρεν Πέρκινς! (σ.σ: Αυστραλός Ολυμπιονίκης, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους κολυμβητές μεγάλων αποστάσεων).

Με το αυτοκίνητο έχεις σχέση;

Μικρός γούσταρα πάρα πολύ, έπαιρνα όλα τα περιοδικά, μου πέρασε όμως το μικρόβιο. Από εκεί που ήθελα πάντα κάτι σπορ, τώρα θέλω κάτι άνετο. Να είναι αυτόματο, να έχει cruise control, αν υπήρχε και σύστημα να πηγαίνει μόνο του, θα το έβαζα. To πρώτο αυτοκίνητο που πήρα ήταν ένα Uno 45άρι, μετά Citoen Saxo VTS και κατόπιν έκανα την οικονομική υπέρβαση αγοράζοντας ένα RX-8, πολύ ωραίο αυτοκίνητο και πισωκίνητο. Τώρα έχω ένα Seat Ibiza 5θυρο, το FR, το αυτόματο. Έχει και τους ίππους του, είναι και άνετο και οικονομικό και αυτόματο. Το επόμενο μάλλον θα είναι Αudi.

H αγαπημένη σου διαδρομή;

Θα μου μείνουν αξέχαστες οι διαδρομές που κάναμε παιδιά με το Kadett με όλη την οικογένεια μέχρι το Λίβερπουλ! Η μητέρα μου είναι Αγγλίδα και πηγαίναμε οδικώς. Ο πατέρας να έχει βάλει το κρύο, για να μην τον πάρει ο ύπνος, και εγώ με τα αδέλφια μου πίσω να τουρτουρίζουμε! Να έχουμε χαθεί στις Άλπεις... Πολύ ωραία πράγματα... Αξέχαστα.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο Σπύρος Γιαννιώτης γεννήθηκε το 1980 στο Λίβερπουλ από Έλληνα πατέρα και Αγγλίδα μητέρα, στην οποία οφείλει και την πρώτη του επαφή με την κολύμβηση. Αγωνίστηκε για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες το 2000. Ύστερα από διάφορες επιτυχίες, με αποκορύφωμα την 5η και την 7η θέση στα 1.500 και 400 μ. στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, αποφάσισε να μεταπηδήσει στους αγώνες ανοικτής θάλασσας. Στον πρώτο αγώνα που συμμετείχε, στο πλαίσιο του 12ου Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Υγρού Στίβου στη Μελβούρνη το 2007, κατέκτησε την 3η θέση στο αγώνισμα των 5 χλμ. Ήταν μόλις το τρίτο ελληνικό μετάλλιο στην ιστορία του θεσμού! Την ίδια χρονιά στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ανοικτής Θάλασσας κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο και ακολούθησαν το ασημένιο στα 5 χλμ. στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ρώμης το 2009 και το χρυσό στα 10 χλμ. στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Σετούμπαλ το 2011. Τελευταία του επιτυχία τον Ιούλιο στη Σανγκάη, όπου αναδείχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στα 10 χλμ. ανοικτής θάλασσας, ενώ κατέκτησε και το αργυρό μετάλλιο στα 5 χλμ.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΙΤΗΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΘΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

Περισσότερες φωτογραφίες: