Η Renault βρίσκεται σε μία δυσμενή θέση. Διανύει την τέταρτη χρονιά της από τότε που επέστρεψε στην F1, και ψάχνει ακόμα τον εαυτό της. Μπορεί (και πρέπει) να αποφύγει την ολοκληρωτική ήττα.

Όταν στα τέλη του 2015 η Lotus και η Genii Capital συμφωνούσαν με τη Renault για την εξαγορά της ομάδας, είχε τεθεί ήδη ένας γενικός, αλλά άκρως σημαντικός στόχος: η επιστροφή στην κορυφή.

Η παρουσία του Frederic Vasseur, ενός διευθυντή με τεράστια πείρα και αποδεδειγμένη αξία, ήταν εχέγγυο, λειτούργησε σαν εγγύηση για την επιτυχία της ομάδας, που γυρνούσε στο σπορ για να τα κερδίσει όλα ξανά, όπως το 2005-2006.

Αυτό που συνάντησε, όμως, μέσα στην ομάδα την πρώτη χρονιά μετά την επιστροφή της ήταν αποκαρδιωτικό: ένα εργοστάσιο υπό διάλυση, με τεράστιες παθογένειες, ελάχιστο προσωπικό, και καμία διάθεση για βελτίωση. Το «διαζύγιο» ήταν θέμα χρόνου, η συνεργασία τους υπήρξε θνησιγενής, και η πρόσληψη του Cyril Abiteboul (πρώην επικεφαλής της -χρεωκοπημένης- Caterham) δεν θα καλυτέρευε ιδιαίτερα την κατάσταση.

Έχουν περάσει 4 σεζόν από τότε. Και ενώ η Renault έχει καταφέρει χρόνο με τον χρόνο να ανεβαίνει στη βαθμολογία, αυξάνοντας παράλληλα τα έσοδά της, στην ουσία δεν έχει «πιάσει» κανέναν από τους στόχους της – τουλάχιστον από αυτούς που είχε κάνει γνωστούς και τους οποίους θα περίμενε κανείς από μία ομάδα αυτού του βεληνεκούς να έχει πετύχει.

Σε αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και η αποχώρηση Vasseur – μία αποχώρηση που ήρθε απότομα και εξαιρετικά πρόωρα. Ο Γάλλος θα μπορούσε να έχει φέρει το Enstone ξανά στο επίπεδο που έπρεπε. Όταν στο εργοστάσιο που μπορεί να «αντέξει» ως και 650 άτομα εργάζονταν μόλις 200, φάνηκε να μην έχει την διάθεση να προχωρήσει μαζί τους. Ενδεχομένως να μη γίνει ποτέ απολύτως γνωστό το πώς και γιατί ο Vasseur έφυγε υπό τόσο άσχημες συνθήκες από την ομάδα, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν τον διαβεβαίωσαν ποτέ για αυτά που εκείνος θα ήθελε να είναι σίγουρος προχωρώντας μαζί τους.

Με τον Abiteboul, η διοίκηση της ‘Régie’ ήλπιζε να έχει μία σταθερά ανοδική πορεία, που πριν τη μεγάλη αλλαγή των κανονισμών το 2021 θα έφερνε την ομάδα σε ένα επίπεδο παρόμοιο με εκείνο των τριών κορυφαίων.

Ειδικά για το 2019, υπήρχε η πεποίθηση πως με τη Red Bull να έχει πλέον νέο προμηθευτή, τα πράγματα θα είναι πιο εύκολα για τη Renault να κάνει το επόμενο βήμα και να βρεθεί στην πρώτη τριάδα, με δεδομένο ότι η Honda θα αποτύχει ή -έστω- θα δυσκολευτεί να κρατήσει την αυστριακή ομάδα ψηλά.

Μόνο που η Red Bull είναι ένας οργανισμός με τρομερούς αυτοματισμούς, χημεία, νοοτροπία νικητή, την ώρα που η Renault καταφέρνει να κάνει τη διετία 2005-2006 μία μακρινή ανάμνηση.

Πηγές αναφέρουν πως η κατάσταση εντός του εργοστασίου είναι χαοτική. Υπάλληλοι πληρώνονται υπέρ το δέον για να μείνουν στην ομάδα με κάποιο κίνητρο, η έλευση του Marcin Budkowski φαίνεται να μην φέρνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, και ο Abiteboul κρίνεται μέρα με τη μέρα ένας ανεπαρκής διευθυντής.

Σκληρά λόγια, άσχημες εικόνες για μία εταιρεία που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα έτερα εργοστάσια της F1, αλλά στερείται των ανθρώπων, των προσωπικοτήτων για να πετύχει αυτά που της αρμόζουν.

Στην ουσία, η φετινή χρονιά ήρθε για να φανερώσει όλες τις διοικητικές αδυναμίες της. Η 6η θέση στη βαθμολογία των κατασκευαστών είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο, πολλώ δε μάλλον όταν στο δυναμικό της διαθέτει πλέον όχι μόνο έναν αξιόπιστο και γρήγορο οδηγό όπως είναι ο Nico Hulkenberg, αλλά και έναν αποδεδειγμένο νικητή, έναν top-5 οδηγό στο grid, τον Daniel Ricciardo.

Η δυσμένεια στην οποία έχει περιέλθει το Enstone δεν επηρεάζει, πάντως, το Viry. Οι Γάλλοι στις κεντρικές εγκαταστάσεις της εταιρείας που ασχολούνται με τη μονάδα ισχύος δουλεύουν σχεδόν αυτόνομα από την αγγλική βάση της ομάδας, κι αυτό τους έχει επιτρέψει να σημειώσουν πρόοδο σε αυτόν τον νευραλγικό τομέα του κινητήρα. Κι αν αυτό δεν κατέστη σαφές ως τώρα από την απόδοση της εργοστασιακής ομάδας, είναι βέβαιο πως μεγάλο μέρος της φετινής -εξαιρετικής- απόδοσης της McLaren οφείλεται στο σύνολο που της παρέχει η Renault.

Αλλά το ερώτημα είναι: μπορεί η Renault να βρει τον εαυτό της, ή θα αποτύχει και θα αποχωρήσει όπως επέστρεψε;

To 2020 θα είναι η χρονιά που θα δείξει αν οι Γάλλοι έχουν την δυνατότητα να βρουν την νηφαλιότητα και τις μορφές εκείνες που θα τους επαναφέρουν εκεί που πρέπει.

Κάποιος μηχανικός, leader μέσα στην ομάδα μπορεί να πει με μεγάλη περηφάνια πως το μονοθέσιο δεν είναι κακό – ο γράφων το έχει διαβάσει και ακούσει από επίσημα χείλη. Κάθε άλλο, μπορεί να είναι και το κορυφαίο του midfield.

Ωστόσο, αυτό δεν μεταφράζεται σε αποτελέσματα στην πίστα, την Κυριακή, όταν δίνονται οι βαθμοί. Ζητήματα αξιοπιστίας, παιδαριώδη λάθη των οδηγών της, ελάχιστες ουσιώδεις αναβαθμίσεις (το τελευταίο μεγάλο πακέτο ήρθε στο Paul Ricard), συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό, που ήρθε να γίνει έτι χειρότερο με το αναπάντεχο βάθρο του Kvyat και της Toro Rosso στη Γερμανία – ένα βάθρο που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε αποσπάσει ο Hulkenberg.

Αν το 2020 φέρει τελικά το πολυπόθητο βάθρο, ή την 4η θέση στους κατασκευαστές, θα έχει γίνει σαφές ότι το πλάνο -αν και με καθυστέρηση- προχωρά κανονικά.

Κι όσο για το 2021, μπορεί να είναι ένα μεγάλο βήμα στο άγνωστο για όλους, αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι η τέλεια ευκαιρία για μία ομάδα που κινείται σε ρηχά νερά τα τελευταία χρόνια να κάνει αυτό που σε άπταιστα ελληνικά αναφέρεται ως ‘breakthrough’.

Το κατά πόσο μπορεί να το καταφέρει αυτό, βασίζεται απόλυτα στους ανθρώπους που τη διοικούν και την απαρτίζουν.

Διότι η Renault αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι η Formula 1 είναι στον πυρήνα της ένα ομαδικό σπορ – απλώς, δίνει το παράδειγμα προς αποφυγή._Δ.Μ.