Σφράγισε με την παρουσία της τα δρώμενα στις ευρωπαϊκές πίστες τη δεκαετία του '90 και αποτέλεσε με επιτυχία το αντίπαλο δέος των γερμανικών αγωνιστικών.

H Alfa Romeo 155 (Type 167) ήταν ο εκπρόσωπος του ιταλικού εργοστασίου στη μεσαία κατηγορία αμαξωμάτων, από το 1992 έως το 1998. Ήταν βασισμένη στην πλατφόρμα Type 3 του Fiat Group και αντικατέστησε στη γκάμα της εταιρείας την πισωκίνητη 75. Είχε μεγαλύτερες διαστάσεις από εκείνη, η σημαντικότερη όμως διαφορά από την προκάτοχό της ήταν η μετάδοση της κίνησης στους εμπρός τροχούς, για πρώτη στην ιστορία των μεσαίων μοντέλων της Alfa Romeo. Σχεδιάστηκε από τον ιταλικό οίκο I.DE.A και η συνολική της παραγωγή αρίθμησε 192.618 μονάδες. Κυκλοφόρησε με επτά κινητήρες βενζίνης (1.7 8V 115 ίπποι, 1.8 8V 129 ίπποι, 2.0 8V 143 ίπποι, 2.5 V6 166 ίπποι, 1.6 16V 120 ίπποι, 1.8 16V 140 ίπποι, 2.0 16V 150 ίπποι) και δύο κινητήρες πετρελαίου (1.9 TD 90 ίπποι, 2.5 TD 125 ίπποι). Eπιπλέον, παρήχθη και σε τετρακίνητη έκδοση (Q4) με 4κύλινδρο σε σειρά υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα βενζίνης των δύο λίτρων, ισχύος 186 ίππων. Αυτή ακριβώς η έκδοση έγινε η βάση για ένα αγωνιστικό που έφερε στην ιταλική εταιρεία μεγάλες διακρίσεις, που επισφραγίστηκαν με σπουδαίες νίκες και βαρύτιμους τίτλους, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '90.

SuperTurismo

Η τετρακίνητη 155 των δύο λίτρων, που εκτός των άλλων έφερε ξανά στην επικαιρότητα την ένδοξη για την εταιρεία ονομασία GTA, προετοιμάστηκε και πιστοποιήθηκε από αγωνιστικής πλευράς για το ιταλικό πρωτάθλημα SuperTurismo. Eφοδιασμένη μηχανολογικά με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και με στοιχεία που παρέμπεμπαν στη Formula 1, έφθασε να αποδίδει 400 ίππους ισχύος, από τους 186 της αντίστοιχης έκδοσης παραγωγής. Tέσσερα αυτοκίνητα έλαβαν μέρος στον θεσμό το 1992, εκ των οποίων τα δύο ήταν επίσημες συμμετοχές του εργοστασίου, ενώ τα άλλα δύο εκπροσώπησαν το δημοφιλέστατο τότε στη γειτονική χώρα Jolly Club. Τα αποτελέσματά τους υπήρξαν λαμπερά, αφού νίκησαν στους 17 από τους 20 αγώνες της περιόδου. Ο Nicola Larini με εννέα νίκες κατέκτησε το πρωτάθλημα, ενώ ο Giorgio Francia με τρεις πρώτες θέσεις κατατάχθηκε δεύτερος στην τελική βαθμολογία. Ο τρίτος της γενικής κατάταξης ήταν επίσης οδηγός αυτής της εξαιρετικής Alfa Romeo, επιτυγχάνοντας τέσσερις νίκες (Alessandro Nannini). Όσο για τον Αntonio Tamburini, η μοναδική του νίκη με την 155 στο πρωτάθλημα του απέφερε την τέταρτη θέση, σε συνδυασμό με μια σειρά από διακεκριμένους τερματισμούς. Η αλλαγή των κανονισμών στο πρωτάθλημα SuperTurismo το 1993 έφερε νέα δεδομένα, που είχαν ως συνέπεια τις σποραδικές πλέον εμφανίσεις του αυτοκινήτου, στην κατηγορία S1. Άλλωστε, οι στόχοι που είχαν τεθεί γι αυτό, είχαν εκπληρωθεί στο ακέραιο και η Alfa Romeo δεν είχε τίποτε άλλο να αποδείξει εντός Ιταλίας.

155 TS

Το 1993 η Alfa Romeo παρουσίασε στα αυτοκινητοδρόμια μια ακόμη αγωνιστική έκδοση της 155, πιστοποιημένη στην κατηγορία D2, που προϋπέθετε αυτοκίνητα με τη μετάδοση της κίνησης στους εμπρός ή στους πίσω τροχούς. Η εμπλοκή της δικίνητης 155 των 275 ίππων στο ιταλικό πρωτάθλημα SuperTurismo αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη εκείνη τη χρονιά, με επιστέγασμα τις έξι νίκες της στο θεσμό (πέντε δια χειρός Gabriele Tarquini και μία από τον Gianni Morbidelli). Πολύ σημαντική διάκριση ήταν επίσης η δεύτερη θέση του Nicola Larini στο FIA International Challenge, τον ίδιο χρόνο, στην πίστα της Monza. Οι δραστηριότητες της TS επεκτάθηκαν από το 1994, με τη συμμετοχή της στα εθνικά πρωταθλήματα και άλλων χωρών. Ξεχωρίζει τη χρονιά εκείνη η κατάκτηση του Βρετανικού Πρωταθλήματος Αυτοκινήτων Τουρισμού (BTCC) από τον Gabriele Tarquini και του Ισπανικού Πρωταθλήματος Αυτοκινήτων Τουρισμού από τον Adrian Campos. To αυτοκίνητο, ισχυροποιημένο πλέον κατά δέκα ίππους με τις κατάλληλες παρεμβάσεις των μηχανικών, συνέχισε τα επόμενα χρόνια την συλλογή τίτλων στην Ιβηρική χερσόνησο, με τον Luis Villamil το 1995 και τον Fabrizio Giovanardi το 1997.

Deutsche Tourenwagen Meisterschaft

H Alfa Romeo δεν έχασε την ευκαιρία να βάλει την 155 και στο εξαιρετικά δημοφιλές Γερμανικό Πρωτάθλημα Αυτοκινήτων Τουρισμού, που στη χώρα που διεξάγεται έχει τόσους οπαδούς όσους και η Formula 1. Αυτό έγινε το 1993, πρώτη χρονιά ισχύος των νέων κανονισμών για την Class 1 στο DTM. Το αυτοκίνητο ισχυροποιήθηκε περαιτέρω, αποδίδοντας πλέον 420-450 ίππους από τον V6 κινητήρα των 2.5 λίτρων, ενώ το κιβώτιο ταχυτήτων του έγινε σειριακό. Σε εκείνη την αγωνιστική περίοδο κανένας δε μπόρεσε να το ανταγωνιστεί και με έξι νίκες ο Nicola Larini κατέκτησε με άνεση τον τίτλο των οδηγών. Το 1994 οι συσχετισμοί άλλαξαν με τη νέα AMG-Mercedes C-Class των 2.5 λίτρων να έχει το πάνω χέρι και τις μάχες μεταξύ των δύο αγωνιστικών να γιγαντώνονται και να αφήνουν εποχή στο DTM. Οι οδηγοί του γερμανικού αστεριού Klaus Ludwig και Bernd Schneider κέρδισαν τους αντίστοιχους τίτλους το 1994 και το 1995, ενώ το 1996 ο ανταγωνισμός ισχυροποιήθηκε περισσότερο, με την εμφάνιση του Οpel Calibra V6. Η Alfa Romeo 155, αναβαθμισμένη στους 450 ίππους και λίγο πριν το τέλος της σταδιοδρομίας της στους 490, συνέχισε να πραγματοποιεί εντυπωσιακές νίκες και να κτίζει το δικό της μύθο, αφήνοντας την καλύτερη παρακαταθήκη για την έλευση τα επόμενα χρόνια της ακόμη πιο επιτυχημένης 156.

ΟΙ ΝΙΚΕΣ ΣΤΟ DTM

1996 Estoril: Alessandro Nannini

1996 Nürburgring: Alessandro Nannini

1996 Magny-Cours: Alessandro Nannini

1996 Mugello: Nicola Larini

1996 Sao Paulo: Alessandro Nannini

1995 Helsinki: Christian Danner

1995 Norisring: Christian Danner

1995 Diepholz: Michael Bartels

1994 Zolder: Alessandro Nannini

1994 Nürburgring: Alessandro Nannini

1994 Norisring: Nicola Larini

1994 Donington: Alessandro Nannini

1994 Avus: Stefano Modena

1994 Alemannenring: Nicola Larini

1993 Zolder: Nicola Larini

1993 Nürburgring: Nicola Larini

1993 Wunstorf: Nicola Larini

1993 Nürburgring: Nicola Larini

1993 Norisring: Nicola Larini

1993 Donington: Christian Danner

1993 Singen: Nicola Larini

1993 Hockenheim: Alessandro Nannini